Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

Αναγέννηση για την λογοτεχνία (Τα πρώτα βήματα)

Mε βάση το γλωσσικό όργανο που χρησιμοποιούν, οι Πόντιοι συγγραφείς είναι δυνατόν να διακριθούν σε εκείνους που γράφουν στην καθαρεύουσα ή σε μια αρχαιοπρεπή γλώσσα (Περικλής Τριανταφυλλίδης, Ιωάννης Παρχαρίδης κ. ά.), στους άλλους, που εκ­φράζονται στη δημοτική και σε εκείνους που γράφουν στην ποντιακή διάλεκτο.
Με βάση την ύπαρξη δυναμικών στοιχείων στα πρόσωπα και στα κείμενα, ξεχωρίζουν οι συγγραφείς που έζησαν και έγραψαν στη νότια Ρωσία, την Ουκρανία και τη Γεωργία.
Το θέμα, όμως, είναι πολύπλοκο, γιαυτό δεν είναι δυνατόν να εξεταστούν όλες οι πλευρές του, παρά μόνον εκείνες που θεωρούνται σημαντικές. Για να διευκολυνθεί η εξέταση αυτού του μεγάλου θέματος, είναι απαραίτητο να χωριστεί η νεότερη ποντιακή γραμματεία στην περίοδο μετά τον 14ο αιώνα, για την οποία δίνονται στοιχεία μέσα από τα δημοτικά τρα­γούδια, για εκείνη που έρχεται αρκετά αργότερα, λόγω της κατάστασης σκοταδισμού που επικρατεί στον Πόντο και που μπορεί να οριοθετηθεί ανάμεσα στους 17ο και 19ο αιώνες και, τέλος, την περίοδο του διαφωτισμού στον Πόντο, δηλαδή ολόκληρο τον 19ο αιώνα. Συνέχεια αυτής της περιόδου μπορεί να θεωρηθεί η γραμματεία του 20ού αιώνα, οπότε υπάρχουν και τα περισσότερα λογοτεχνικά έργα. Αυτήν την τελευταία περίοδο, που συνε­χίζεται και σήμερα, μπορεί να την ονομάσει κανείς «Νέα ποντιακή λογοτεχνία».
Η παραπάνω διάκριση είναι, βέβαια, αυθαίρετη, αλλά μπορεί να στηριχτεί σε μια σειρά πηγών, με τα ανάλογα επιχειρήματα, που σταχυολογούνται από την ιστορία των Ποντίων Ελλήνων. Δεν μπορεί να μιλήσει κανείς με βεβαιότητα για περιόδους, που συχνά καλύ­πτονται από το βυζαντινό σκοτάδι και την τουρκική βαρβαρότητα. Εκείνο που μπορεί να θεωρηθεί βέβαιο είναι το γεγονός ότι στον Πόντο επιβιώνουν αρχαίες ελληνικές παρα­δόσεις, χωρίς ουσιαστική διακοπή. Μπορεί με την έκλειψη του βυζαντινού Πόντου, μετά την άλωση της Τραπεζούντας το 1461, να απαλλάχτηκε ο Ελληνισμός από το μεσαιωνικό σκοτάδι, γνώρισε, όμως, με την τουρκική κατάκτηση, μακραίωνη περίοδο πραγματικού ζόφου, που υπήρξε και η αιτία της πολιτισμικής καθυστέρησης των Ελλήνων.
Τον 17ο αιώνα, ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Δοσίθεος διαπιστώνει, κατά την περιοδεία του στον Πόντο, ότι ελάχιστα πνευματικά ιδρύματα λειτουργούν και ότι ο ελληνικός πλη­θυσμός του Πόντου, στη συντριπτική του πλειοψηφία, χαρακτηρίζεται για την καθυστέρη­ση και την αμάθειά του.
Το ελληνικό πνεύμα, ωστόσο, συνεχίζει να διατηρείται ζωντανό μόνον μέσα στα μονα­στήρια, όπου ζουν κάποιες πραγματικά πνευματικές μορφές, μέσα στο μεγάλο σύνολο των φυγόπονων μοναχών, που γεμίζουν, συνήθως, τα μοναστήρια στον Πόντο και παντού στον κόσμο. 
Η ανυπαρξία καινούργιων δεδομένων στην ποντιακή γραμματεία, εφόσον δεν προβάλ­λεται η συγγραφική δραστηριότητα μέσα στις μονές, δεν επιτρέπει την αρχή μιας νέας περιόδου.
Οι λόγιοι του Πόντου του τέλους του 19ου αιώνα ερευνούν ή και θυμούνται με νοσταλγία την ελληνική αρχαιότητα, όπως διαπιστώνει κανείς από τα δημοσιεύματα των περιοδικών «Εύξεινος Πόντος» (1880-1882) και «Αστήρ του Πόντου» (1884-1886). Η ελληνική κλασι­κή αρχαιότητα, που χαρακτηρίζεται για τον ανθρωπισμό της, αποτελεί για τον διαφωτισμό στον Πόντο, που άρχισε την ίδια εκείνη περίοδο, το πρώτο στοιχείο για το ξύπνημα των Ελλήνων που ζουν σχεδόν στο σκοτάδι. Αργότερα ξυπνάει μέσα τους η επιθυμία για τη με­λέτη του ίδιου του ανθρώπου και του γύρω κόσμου. Ξυπνάει ο λυρισμός που δίνει αρκετά ποιητικά έργα — στίχους καλύτερα — και αργότερα, στο τέλος του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ού, ξεκινά τη μεγάλη πορεία της η πεζογραφία, με μεταφράσεις ξένων, στην αρχή, αποδόσεις λαϊκών διηγήσεων και παραμυθιών και, τέλος, πεζογραφημάτων.
Οι περισσότεροι αρκέστηκαν στην ερευνητική εργασία, στο στάδιο της έρευνας μόνον, και δεν προχώρησαν στην κριτική σύνθεση των αποτελεσμάτων των ερευνών τους. Κάποιες αιχ­μές που κάνουν ορισμένοι, δεν μπορούν να εξηγήσουν γεγονότα και σκέψεις, φαινόμενα  κοινωνικά και οικονομικά, τον ρόλο που έπαιξαν κάποιες προσωπικότητες και τη στάση των απλών ανθρώπων απέναντι σε πολιτικές — έστω και υποτυπώ­δεις — που εφαρμόστηκαν, προκειμένου να πάρουν αυτήν ή την άλλη μορφή δραστηριότητες των φορέων της ελληνικής κοινοτικής εξουσίας, π. χ., ή της κεντρικής τουρκικής εξουσίας. 
Ίσως να πιστεύουν κάποιοι ότι οι απλοί άν­θρωποι δεν συμμετείχαν ή δεν επιθυμούσαν να συμμετάσχουν στα κοινά. Υπάρχουν μαρτυρίες γραπτές που υπογραμμίζουν ακριβώς το αντίθετο. Ο  Νίκος   Καπετανίδης, π. χ., έγραψε στην εφημερίδα «Εποχή» ότι και οι «κυ­ράτσες» μιλούσαν πολιτικά μέσα στις εκκλησίες, την ώρα της λειτουργίας.
Στον μικρασιατικό Πόντο, η κοινωνική και οικονομική ζωή, σε στασι­μότητα όπως ήταν, συντελούσε στη μη εμφάνιση πολιτικών ηγετών ανάμε­σα στους σκλαβωμένους στους Τούρκους Έλληνες, που θα ενίσχυαν τυχόν τάσεις πνευματικής ανανέωσης. Η κοινωνική ζωή των Ποντίων, μέχρι ακό­μη και την ανταλλαγή των πληθυσμών, ήταν δεσμευμένη από τους οπισθοδρομικούς - συνήθως - κοτσαμπάσηδες των ελληνικών κοινοτήτων. Κάποιες φωνές που ακούγονταν, όπως του Μαυρίδη στην Κερασούντα, του Καπετανίδη, του Χρύσανθου Φιλιππίδη, του Φίλιππου Χειμωνίδη και του Κωφίδη, στην Τραπεζούντα, και ελάχιστων άλλων, απομονωμένων σε μεγάλες πόλεις, δεν μπορούσαν να επηρεάσουν την προς τα εμπρός πο­ρεία της ποντιακής κοινωνίας.
Βέβαια, ο Θεόδωρος Γραμματικόπουλος και ο ωάννης Παρχαρίδης, μαζί με τους άλλους λόγιους των δύο «κύκλων» των περιοδικών «Εύξεινος Πόντος» και «Αστήρ του Πόντου», έδωσαν ότι είχαν να δώσουν μέχρι το τέλος, περίπου, του 19ου αιώνα. Από εκεί και πέρα, οι άλλοι δύο «κύκλοι» των περιοδικών «Επιθεώρησις της Τραπεζούντας» (1910-1911) και «Πόντος» της Μερζιφούντας (επίσης 1910-1911), μπαίνουν στην τροχιά της πνευματικής ανάπτυξης από το 1910 και έρχονται σε σύγκρουση με το ποντιακό πνευματικό κατεστημένο, αποτυγχάνοντας, όμως, να νικήσουν. Αλλά και δεν ηττώνται. Την παραπέρα προσπάθειά τους ανακόπτουν οι Νεότουρκοι, που σκληραίνουν τη στάση τους απέναντι στους χριστιανούς, μετά τις πρώτες φιλελεύθερες διακηρύξεις του 1908. Η κάποια ανάσα που πήραν οι Έλληνες του Πόντου με τον ερχομό των Ρώσων στην περιοχή της Τραπεζούντας, το 1916, έφερε κάποιους καρπούς με το περιοδικό «Οι Κομνηνοί» του Θεοφύλακτου Θεοφύλακτου και με τις εφημερίδες που κυκλοφόρησαν από το 1916, περίπου, έως το 1921, οπότε και πάλι, τον Σεπτέμβριο εκείνου του χρόνου, σταμάτησαν την προς τα εμπρός πνευ­ματική πορεία των Ποντίων οι κρεμάλες που στήθηκαν στην Αμάσεια και αλλού και εξόντωσαν τον πνευματικό ανθό των Ποντίων.
Αντίθετα, στη νότια Ρωσία, όπου άρχισε έντονος επαναστατικός ανα­βρασμός ήδη από το 1905, η πνευματική ζωή ανάμεσα στους Πόντιους άρχισε να κάνει άλματα θετικά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν εμφανίστη­καν και αρκετά αρνητικά φαινόμενα.
Οι λίγοι μελετητές της ποντιακής γραμματείας δεν εμβάθυναν στα έργα του Σάββα Ιωαννίδη και του Περικλή Τριανταφυλλίδη, με αποτέλεσμα να τα βλέπουν επιδερμικά και να τα θεωρούν ιστορικά ή λαογραφικά και όχι ως τις πρώτες προσπάθειες έκφρασης λογοτεχνικού λόγου των Ποντίων. Αυτό το λάθος γίνεται γιατί τα πρώτα βήματα της ποντιακής λογοτεχνίας δεν συγκρίθηκαν με τα ανάλογα άλλων λαών και ιδιαίτερα εκείνων με τους οποίους συμβίωσαν οι Έλληνες στον Πόντο.

Πάνος  Καϊσίδης
Δημοσιογράφος- Συγγραφέας

Κάστρα στην Τραπεζούντα- Η μάχη στα Σάταλα

Θεωρείται από αρκετούς μελετητές βέβαιο ότι η αυτοκρατορία της Τραπεζούντας διήρκεσε τόσο πολύ — από το 1204 που ιδρύθηκε από τους Κομνηνούς έως το 1461 που καταλύθηκε από τους Τούρκους — χάρη στα βουνά που την περιτριγύριζαν και τη θάλασσα που έβρεχε τα βόρεια εδάφη της και αποτελούσαν άπαρτα κάστρα για τους εχθρούς της.
Το λιμάνι και το κτίριο του τελωνείου Τραπεζούντας
Από τους Σκύθες που έκαναν επιδρομές από τον βορρά κάστρο της αυτοκρατορίας ήταν ο Εύξεινος Πόντος, ενώ τις υπόλοιπες πλευρές της τις προστάτευαν οι απότομες και δυσκολοδιάβατες οροσειρές, που τις χώριζαν βαθιές και απόκρημνες χαράδρες. Τα βουνά, στα ανατολικά, από όπου πηγάζουν πολλά ποτάμια, φτάνουν και ενώνονται με έναν βραχίονα του Καύκασου και με τα βραχώδη περάσματα προς τη Γεωργία. Πιο πέρα, ανάμεσα στον Πόντο και την Αρμενία, η οροσειρά του Παρυάδρη, που φτάνει μέχρι τα παράλια της Μαύρης Θάλασσας, κοντά στο Ιασώνιο, προστατεύοντας, έτσι, την περιοχή.
Στα νότια της Τραπεζούντας, ανάμεσα σε πύργους και οχυρωμένες κλεισούρες, βρίσκονται τα Σάταλα, η Κολώνια, η Νεοκαισάρεια και πολλές άλλες κωμοπόλεις και χωριά. Ο Γιάκομπ Φαλμεράιερ — που αγάπησε πολύ τον Πόντο και τους κατοίκους του — αναφέρει ότι στην περιοχή του σουλτανάτου της Κολώνιας βρήκε προστασία ο φυγάδας Ανδρόνικος Κομνηνός σε ένα σχεδόν απόρθητο ορεινό οχυρό, όταν τον καταδίωκε ο Μανουήλ Κομνηνός. Στις ίδιες περιοχές και σε διπλανές, ανάμεσα σε κάστρα και καστρόπυργα, ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α' έκανε επιχειρήσεις εναντίον των Σελτζούκων Τούρκων.
Και σύμφωνα με τον Γάλλο βοτανολόγο Ζοζέφ ντε Τουρνεφόρ, που επισκέφθηκε το 1700 -μεταξύ άλλων περιοχών- τον Πόντο, γράφει ότι ανάμεσα στην Τραπεζούντα και την κοιλάδα της Παϊπούρτης υπήρχε ένα κάστρο, που οι Τούρκοι ονόμαζαν Τέκε (ίσως Θήχης). Το κάστρο αυτό προστάτευε τον δρόμο που οδηγούσε στις περιοχές της Ανατολής, τον οποίο έπαιρναν, κατά τα ταξίδια τους εκεί οι Μινορίτες και άλλοι παπικοί καλόγεροι, αλλά και οι πρεσβευτές της Βενετίας.
Ο Τουρνεφόρ με τους συνταξιδιώτες του πέρασε και από ένα μοναστήρι - κάστρο στην Παλαιό Ματσούκα, που ήταν χτισμένο επάνω σε απόκρημνο βράχο και ανέβαινε κανείς μόνον από μια πέτρινη σκάλα. Επίσης, πάνω σε απόκρημνο βράχο, όπου ανέβαινε κανείς μόνον με μια ξύλινη γέφυρα, που κρεμόταν επάνω από έναν γκρεμό, ήταν χτισμένο, πιο κάτω, στη Χαλδία, το κάστρο Τζανίχ (Τζανικό). Στην ίδια περιοχή και λίγο παρακάτω, υπήρχε ένας πύργος, χτισμένος ψηλά, εκεί που στένευε πολύ ο δρόμος. Από τον πύργο αυτό, λίγοι οπλισμένοι μπορούσαν να αποκρούσουν πολυάριθμο στρατό. Οι άνθρωποι των καραβανιών, που περνούσαν, πλήρωναν υποχρεωτικά φόρο και πρόσφερναν πλούσια δώρα στους φύλακες του πύργου, για να τους προστατεύουν από τους ληστές στη διαδρομή τους. Κύριος του πύργου ήταν ο δούκας της Χαλδίας, από την οικογένεια των Καβασιτών.
Στην ίδια διαδρομή προς τα ανατολικά, υπήρχε ο όμορφος πύργος Ντορίλα (Τορούλ), απομονωμένος επάνω στα απότομα βράχια, που ήταν η έδρα του αρχηγού των Καβασιτών, οι οποίοι προστάτευαν τους κατοίκους από τους γείτονες μωαμεθανούς. Ακόμη μακρύτερα, σε μια κοιλάδα προς την πλευρά της Αρσίγγης (Ερζιγκιάν), προς την Αρμενία, υπήρχε άλλος ένας πύργος, πέρα από τον οποίο κυριαρχούσαν, γύρω στο 1700, οι Τουρκομάνοι.
Στο «Παλατινό Χρονικό» του Πανάρετου αναφέρονται ακόμη τα κάστρα Τζαντζίντζα, Τζάμπα, Ντοράν (ίσως Ντορούλ ή Τορούλ- Δορύλαιο), Καμάχη, Νεοματσούκα, Δικαίσιμο, Λαραχανή, Χασδενίζη, Κολάχ, Πέτρωμα και Κοτζάντα, όλα χτισμένα στις ορεινές περιοχές Τσαπνικής, Χερριάνων, Σορόχαινας, Χαλδίας, Χαλυβίας, Τρικωμίας και Δρυόνα.
Υδραγωγείο στα Σάταλα (Su Kemeri)

Η μάχη στα Σάταλα
Η Ιωάννα Ζούλα έγραψε, το 2003, στην εφημερίδα «Το Βήμα», για τη μάχη στα Σάταλα:
Το φθινόπωρο του 622, ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Ηράκλειος ξεκίνησε με τον ετοιμοπόλεμο πλέον στρατό του εναντίον των Περσών. Κατευθύνθηκε ανατολικά και μετά έκανε στροφή προς Βορρά, «επί τα μέρη της Αρμενίας», όπως γράφει ο Πισίδης.
Στην πρώτη σύγκρουση με τους Πέρσες οι Βυζαντινοί αναδείχθηκαν νικητές. Αλλά όταν ο Ηράκλειος θέλησε να διασχίσει την ορεινή Αρμενία και να περάσει από εκεί στα περσικά εδάφη βρήκε όλα τα περάσματα αποκλεισμένα από τους Πέρσες. Με ένα ευφυές στρατηγικό σχέδιο, ο Ηράκλειος ξεγέλασε τους Πέρσες. Έστρεψε την πορεία του προς τα βόρεια, δίνοντας την εντύπωση ότι πήγαινε προς τον Πόντο για να ξεχειμωνιάσει. Ο Ηράκλειος, όμως, κάνοντας κύκλο, ξαναγύρισε στην Αρμενία, αλλά βορειότερα, και προχώρησε προς τα Σάταλα, πόλη μεγάλης στρατηγικής σημασίας, κοντά στις πηγές του ποταμού Λύκου.
Οι Πέρσες, όταν αντιλήφθηκαν ότι οι Βυζαντινοί τούς είχαν υπερκεράσει, δεν μπορούσαν να το πιστέψουν. Ο Χοσρόης προσπάθησε να κάνει και αυτός ελιγμό και διέταξε τον στρατηγό του Σαρβαραζά να βαδίσει με μεγάλη δύναμη εναντίον της Καισάρειας ώστε να εξαναγκάσει τον Ηράκλειο να γυρίσει πίσω, Ο Ηράκλειος όμως δεν έδειξε διαθέσεις οπισθοχώρησης και έτσι ο Σαρβαραζάς, φοβούμενος ότι οι Βυζαντινοί θα προελάσουν στην Περσία, εγκατέλειψε το σχέδιο της Καισάρειας και γύρισε πίσω για να αντιμετωπίσει τον Ηράκλειο.
Ο αγώνας δρόμου των δύο στρατών ήταν άνισος. Ο στρατός του Ηρακλείου βάδιζε προς τα Σάταλα μέσω της οδού Θεοδοσιουπόλεως (Ερζερούμ), δηλαδή ακολουθούσε τον κεντρικό δρόμο, ενώ τα στρατεύματα του Σαρβαραζά, ακολουθώντας τους Βυζαντινούς, ήταν υποχρεωμένα να σκαρφαλώνουν στα δύσβατα μονοπάτια της ορεινής Αρμενίας.
Ο Σαρβαραζάς καραδοκούσε για την ευκαιρία να επιτεθεί νύχτα. Αλλά οι νύχτες ήταν φεγγαρόλουστες και δεν προσφέρονταν για αιφνιδιασμό. Επιπλέον μια έκλειψη σελήνης επέτεινε τη δυσθυμία των στρατιωτών του Σαρβαραζά επειδή τη θεώρησαν κακό οιωνό. Αλλά όταν ο πέρσης στρατηγός αποφάσισε τελικά να αιφνιδιάσει τον βυζαντινό στρατό, βρήκε τους στρατιώτες του Ηρακλείου να τον περιμένουν, το σχέδιο του το είχαν πληροφορηθεί οι κατάσκοποι του αυτοκράτορα.
Υδραγωγείο στα Σάταλα
Η μάχη αυτή πρέπει να δόθηκε κάποια νύχτα ανάμεσα στις 7 και στις 12 Φεβρουάριου 623. Μόλις οι Πέρσες κατέβηκαν από τα βουνά για να επιτεθούν έπεσαν στην ενέδρα, οι Βυζαντινοί τους περίμεναν, τους περικύκλωσαν και τους σφαγίασαν κυριολεκτικά. Μόλις και μετά βίας σώθηκε ο Σαρβαραζάς με ελάχιστα υπολείμματα του στρατού του. Τα πλούσια εφόδια των Περσών έπεσαν στα χέρια των Βυζαντινών, οι οποίοι είδαν ότι οι Πέρσες δεν ήταν αήττητοι και ευχαριστούσαν τον Θεό για τη βοήθεια που τους προσέφερε και τον Ηράκλειο για την ιδιοφυή στρατηγική του και για το απαράμιλλο θάρρος του στο πεδίο της μάχης. Αφού στρατοπέδευσε στα Σάταλα με σκοπό προφανώς να ξεχειμωνιάσει εκεί, ο Ηράκλειος άλλαξε ξαφνικά γνώμη. Στο σημείο αυτό οι απόψεις των ιστορικών διίστανται, άλλοι υποστηρίζουν ότι ο Ηράκλειος αναγκάστηκε να σπεύσει στην Κωνσταντινούπολη εξαιτίας των Αβάρων και άλλοι ότι απλώς ο αυτοκράτορας προτίμησε να περάσει τους υπόλοιπους μήνες του χειμώνα του 623 στην πρωτεύουσα.

Πάνος  Καϊσίδης
Δημοσιογράφος - Συγγραφέας




Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017

Ο γενναίος οπλαρχηγός Χρήστος Κασάπογλης

 Άλλος ένας γενναίος εκδικητής- εσκιάς, που έδρασε κατά την περίοδο 1720 με 1730, ήταν ο Χρήστος Κασάπογλης, που καταγόταν από την κωμόπολη Βεζίρ Κιοπρού του Δυτικού Πόντου. Ο Χρήστος Κασάπογλης, όταν πέρασε την εφηβεία, κάλεσε μερικούς συμπατριώτες του και τους είπε: «Είναι ντροπή να δεχόμαστε τις απειλές των Τούρκων και να κλεινόμαστε στα σπίτια μας σαν τις γυναίκες. Πρέπει να τους δείξουμε ποιοι είμαστε σαν άνδρες και εγώ δίνω πρώτος το παράδειγμα».

Η γενναία αυτή απόφαση παρέσυρε και τους άλλους πατριώτες του, που θεώρησαν υποχρέωσή τους να τον ακολουθήσουν στα βουνά της περιοχής τους, όπου ήταν ο αρχηγός των εκδικητών. Αγνός και ιδεολόγος αγωνιστής και πατριώτης, από την αθάνατη λεβεντογενιά των Ποντίων. Του οφείλεται κάθε τιμή, έπαινος και εθνικός σεβασμός. Ανήκει στη χορεία των μεγάλων εκείνων Ελλήνων, που, χωρίς κανένα αντάλλαγμα, πρόσφεραν τη ζωή τους στην υπεράσπιση του ελληνοχριστιανικού κόσμου. Θυσίασε τη ζωή του και τη ζωή των παιδιών του, όπως και τη ζωή των συμπατριωτών του για την υπεράσπιση των Ελλήνων που καταπιέζονταν από τους Τούρκους και τους ντερεμπέηδες.
Ο Χρήστος Κασάπογλης καταγόταν από πλούσια οικογένεια και τα πράγματα για τον ίδιο και τους συγγενείς του κυλούσαν ομαλά, μέχρι τη στιγμή που είδε τους Τούρκους του ντερέ-μπεη να εκβιάζουν τους Έλληνες να αλλαξοπιστήσουν και να γίνουν μουσουλμάνοι. Από τη βία δεν γλίτωσε ούτε η οικογένεια του, που επιπλέον την απειλούσαν να κατασχέσουν το σπίτι και τα χωράφια τους. Οι Τούρκοι τους απαγόρεψαν να μιλάνε την ελληνική γλώσσα.
Μπροστά στην απειλή αυτή, χρειαζόταν κάποιος να διακινδυνέψει να συγκρουστεί κατά μέτωπο με τους Τούρκους για να προστατέψει τους χριστιανούς. Ο εκδικητής έπρεπε να ανταποδίδει τα ίδια στους Τούρκους που καταδίωκαν τους απλούς Έλληνες του Βεζίρ Κιοπρού.
Το μίσος του Χρήστου Κασάπογλη εναντίον των Τούρκων έγινε μεγαλύτερο όταν συνέλαβαν τον μεγαλύτερο αδελφό του, τον Γιάννη, που τον φυλάκισαν, πιέζοντας τον να αλλαξοπιστήσει και να γίνει μουσουλμάνος. Τον απειλούσαν ότι αν δεν δεχτεί, θα τον εκτελέσουν.
Ο Χρήστος Κασάπογλης δεν μπορούσε να ανεχτεί αυτήν την κατάσταση. Άρχισε τις επιθέσεις εναντίον τουρκικών χωριών της περιοχής Βεζίρ Κιοπρού. Μια μέρα συνέλαβε περισσότερους από είκοσι Τούρκους και τους οδήγησε στο βουνό Ταφσάν Νταγ, απειλώντας να σκοτώσει τους αιχμαλώτους, αν οι Τούρκοι δεν άφηναν ελεύθερο τον αδελφό του Γιάννη και τους συμπατριώτες του.
Έτσι και ο Χρήστος Κασάπογλης πέρασε στη χορεία των εκδικητών της περιόδου εκείνης.

Γιώργος Αντωνιάδης
Οικονομολόγος -συγγραφέας
 Νέα Πάφρα Σερρών

Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017

Η ΡΑΤΣΙΣΤΙΚΗ ΥΠΟΔΟΧΗ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΤΟΥ 1922

Πάντα ανεπιθύμητοι


Το τρίτο κύμα
Οσο κι αν εξακολουθούν κάποιοι να εθελοτυφλούν, εδώ και δυο περίπου δεκαετίες ζούμε μια ιστορική -και μη αναστρέψιμη- μεταβολή στη σύνθεση του ελλαδικού πληθυσμού. Της εργατικής κυρίως τάξης της χώρας, με τη διαμόρφωση ενός πολυεθνικού «μητροπολιτικού» προλεταριάτου, αλλά και των μικροαστικών στρωμάτων, όπου με το πέρασμα του χρόνου εντάσσονται οι πιο «τακτοποιημένοι» απ’ τους μετανάστες της προηγούμενης φάσης. Ουσιαστικά βρισκόμαστε μπροστά στην τρίτη μεγάλη τομή της ιστορίας του ελληνικού κράτους:
* Η πρώτη τομή ήρθε με την επανάσταση του 1821 και τη συγκρότηση εθνικού κράτους. Το τελευταίο περιέλαβε ως Ελληνες, με φαντασιακή καταγωγή από τον Περικλή ή τον Επαμεινώνδα, ακόμη και τους απογόνους των αλβανών μεταναστών του ύστερου μεσαίωνα που αποτελούσαν το ένα τέταρτο περίπου του αρχικού πληθυσμού του. Πρώτους και καλύτερους μάλιστα, αφού αυτό που τους έδινε κάθε δικαίωμα στην ελληνικότητα ήταν η μαζική συμμετοχή τους (και συχνά ο ηγετικός ρόλος τους) στο επαναστατικό έπος της «παλιγγενεσίας».
* Η δεύτερη μεγάλη τομή σημειώθηκε μεταξύ 1912 και 1925. Τότε που η Ελλάδα διπλασιάστηκε, περιλαμβάνοντας στους κόλπους τις κάμποσες ακόμη εκατοντάδες χιλιάδες αλλόγλωσσων πληθυσμών, η γλωσσική κι εθνική αφομοίωση των οποίων συντελέστηκε πολύ πιο τραυματικά (και συχνά βίαια) τις επόμενες δεκαετίες. Την ίδια εποχή, ενάμιση εκατομμύριο πρόσφυγες από τα Βαλκάνια, τη Μικρασία και τον Πόντο, κατά τεκμήριο Ελληνες αλλά πολλοί απ’ αυτούς μη ελληνόφωνοι, κατέκλυσαν την εθνική επικράτεια κυνηγημένοι από κύματα εθνοκαθάρσεων κι ανέτρεψαν για πάντα τα δεδομένα της «μικράς πλην εντίμου» παλιάς Ελλάδας.
Αντιμέτωποι με το διάχυτο ρατσισμό μιας μεγάλης μερίδας της «γηγενούς» κοινωνίας (απείρως μεγαλύτερης απ’ ό,τι ομολογούν σήμερα οι «εθνικά ορθές» αφηγήσεις), δαιμονοποιημένοι συχνά σαν αιτία κάθε κακού (από την οικονομική δυσπραγία του μεσοπολεμικού δημοσίου που «τους φορτώθηκε» ή την «έκρηξη της εγκληματικότητας», μέχρι την αυξημένη ανεργία των ντόπιων, το ρόλο τους σα φτηνός «εφεδρικός στρατός» στη διάθεση των εργοδοτών ή σαν όργανα νοθείας των εκλογών, ακόμη και σαν παρακρατικοί τραμπούκοι), οι πρόσφυγες αυτοί εντάχθηκαν τελικά ισότιμα στην ελληνική κοινωνία μέσα από μια διαδικασία επίπονη και γεμάτη συγκρούσεις.
Ο καθοριστικός μηχανισμός που έκανε δυνατή μεσοπρόσθεσμα αυτή την ενσωμάτωση, υπήρξε η θεσμική αναγνώριση των προσφύγων ως ελλήνων πολιτών κι εκλογέων. Αναγνώριση που δεν θεωρήθηκε καθόλου αυτονόητη εκείνα τα χρόνια, όταν ένα μεγάλο τμήμα τόσο των γηγενών όσο και των προσφύγων θεωρούσε πιθανή την «παλιννόστησή» τους στις χαμένες «πραγματικές» τους πατρίδες. Για τη συνειδητοποίηση του μόνιμου χαρακτήρα της αλλαγής χρειάστηκε παραπάνω από μια δεκαετία. Η τελική δε υπέρβαση του χάσματος ολοκληρώθηκε μόλις στα χρόνια της Κατοχής και της Αντίστασης, με τη σφυρηλάτηση αγωνιστικών δεσμών και τη χάραξη νέων -πολιτικότερων- διαχωριστικών γραμμών στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας.

Ξαναπαιγμένο έργο
Ξεχασμένη σχεδόν ολοκληρωτικά σήμερα, η αντιπροσφυγική πολιτική φιλολογία (κι επιχειρηματολογία) του Μεσοπολέμου παρουσιάζει εξαιρετικές ομοιότητες με τις σημερινές ρατσιστικές καμπάνιες ενάντια στην «αλλοίωση της εθνικής μας ταυτότητας».
Οσο κι αν -στον επίσημο τουλάχιστον λόγο- η ελληνικότητα των προσφύγων αυτή καθεαυτή δεν αμφισβητείται, τα στερεοτυπικά χαρακτηριστικά που αποδίδονται στη συγκεκριμένη πληθυσμιακή ομάδα ουσιαστικά την αναιρούν: οι πρόσφυγες κι οι συνοικισμοί τους περιγράφονται σαν κάτι ολοκληρωτικά ξένο από την «αυθεντικά ελληνική» κοινωνία των γηγενών, σαν «εισβολείς» που έχουν έρθει να καταστρέψουν τον «ελληνικό τρόπο ζωής» της παραδοσιακής «μικράς πλην εντίμου» Ελλάδας.
Η ξενοφωνία πολλών απ’ αυτούς, η συσπείρωσή τους σε εθνοτοπική βάση, η εσωστρέφεια κι η αμυντική περιχαράκωσή τους απέναντι στους γηγενείς, η «διπροσωπία» και «ιδιοτέλειά» τους απέναντι στους φορείς δημόσιας εξουσίας και πλούτου (έστω και με τα δικά τους μέτρα), η εξάρτησή τους από την πολιτική εξουσία, χαρακτηριστικά απολύτως φυσιολογικά για μια ξεριζωμένη κοινότητα, αντιπαραβάλλονται διαρκώς με το «ήθος», τη «λεβεντιά» και την «ευθυκρισία» μιας κοινωνίας που έφυγε μεν ανεπιστρεπτί αλλά δεν παύει να έχει νοσταλγούς.

«Επαγγελματίες ψηφοφόροι»
Ενα πρώτο πράγμα που τους χρεώνεται σε πολιτικό επίπεδο, είναι ότι η ψήφος τους νοθεύει την πραγματική βούληση του εκλογικού σώματος.
«Οι πρόσφυγες ελθόντες ενταύθα θύματα μιας τραγικής καταστροφής», διαβάζουμε π.χ. σε προεκλογικό κύριο άρθρο του «Εμπρός» (14.9.1928), «δεν εδιδάχθησαν πως πρέπει να έχουν και αυτοί γνώμην επί των κοινών, εκλέγοντες ομού μετά των άλλων τους ανθρώπους οι οποίοι θα τους διοικούν, αλλά πώς να νοθεύουν την γνώμην των άλλων. Δεν εδιδάχθησαν πώς να ψηφίζουν ως ελεύθεροι πολίται, αλλά πώς να αλλοιώνουν την ψήφον των άλλων».
Η ίδια εφημερίδα αντιπαραβάλλει «πρόσφυγες» κι «ελληνικό λαό», ως διαφορετικές -κι αντίπαλες- κατηγορίες: οι βενιζελικοί, διακηρύσσει, «γνωρίζουν ότι ο ελληνικός λαός τους θεωρεί πραγματικούς εχθρούς του, χυδαίους απατεώνας και αγύρτας και ουδέποτε θα εκδηλώση προς αυτούς την εμπιστοσύνην του, δια τούτο δε στηρίζουν τας ελπίδας τους μόνον εις τους ευνοηθέντας υπό της τύχης και της ιδικής μας νομιμότητος πρόσφυγας» (5.8.1928).
Οσο για τη «νοθεία», αυτή μπορεί να γίνεται έμμεσα και νόμιμα, με την επιλεκτική προσφυγική εγκατάσταση στις περιφέρειες αντιβενιζελικών αστικών κέντρων ή με το σχεδιασμό των εκλογικών περιφερειών έτσι ώστε να αυξάνεται η βαρύτητα της προσφυγικής ψήφου (γεγονότα ιστορικά πιστοποιημένα), η όλη συζήτηση όμως επικεντρώνεται στην υποτιθέμενη διπλοψηφία των βενιζελικών προσφύγων σε βάρος των αντιβενιζελικών γηγενών.
«Εξήκοντα χιλιάδες ανύπαρκτοι πρόσφυγες εψήφισαν κατά τας εκλογάς του 1926», διαβάζουμε π.χ. σε προεκλογικό πρωτοσέλιδο της έγκυρης «Καθημερινής» (13.7.1928). «Αι πλεονάζουσαι αυταί ψήφοι προήρχοντο εκ των διαθετόντων διπλά και τριπλά εκλογικά βιβλιάρια».

Πιο εύγλωττο είναι το κύριο άρθρο της ίδιας εφημερίδας με το χαρακτηριστικό τίτλο «Και πάλιν ο ‘λεπρός’» (14.7.28), όπου κάποιος φανταστικός ανώνυμος πρόσφυγας εξηγεί στους αντιβενιζελικούς το μάταιο της προεκλογικής τους καμπάνιας:
«Αισθάνομαι την ανάγκην να κάμω και πάλιν μίαν προδοσίαν. Εγώ ο πρόσφυξ, ο χθεσινός πολίτης του Ελληνικού Κράτους, τολμώ να σας δώσω αυτήν την συμβουλήν εις σας τους γηγενείς, οι οποίοι υποτίθεται ότι ξεύρετε καλά, καλύτερα από μάς, τα πολιτικά πράγματα της πατρίδος μας. Σας συμβουλεύω λοιπόν ν’ απόσχετε από τας εκλογάς.
Δεν πρέπει να έχετε την εσφαλμένην ιδέαν ότι ημείς οι πρόσφυγες είμεθα σύμμαχοι του βενιζελισμού. Δεν είμεθα καν ελεύθεροι πολίται. Είμεθα αιχμάλωτοι του βενιζελισμού.
Ηρθαμε κατεστραμμένοι, απηλπισμένοι, γυμνοί και πεινασμένοι από τον τόπον μας και ευρήκαμεν εδώ μίαν Επανάστασιν η οποία είχεν επικρατήσει. Η Επανάστασις ήτο βενιζελική και σεις είσθε οι εχθροί της. Ητο λοιπόν λογικόν να μας αγκαλιάση η Επανάστασις, να μας βοηθήση, να μας πληρώση και να μας στήση απέναντί σας δια να παριστάνωμεν τον λαόν.
Τώρα μας άγει και μας φέρει. Μας πληρώνει, μας υποστηρίζει, μας συγκρατεί, διότι ημείς είμεθα ο λαός του. Και ημείς μένομεν δίπλα του, διότι αυτός είναι ο προστάτης μας, αφού αυτός επικρατεί πάντοτε.
Δεν θα εκπλαγήτε βεβαίως αν σας ειπώ ότι ο κάθε πρόσφυξ έχει εφοδιασθή με τριπλά και τετραπλά βιβλιάρια, ότι θα έχη εις τα χέρια του τριπλά και τετραπλά ψηφοδέλτια, δια να μη σας είπω περισσότερα. Αυτό είναι το κύριον επάγγελμά μας. Ο κάθε πρόσφυξ έχει βεβαίως ένα δεύτερον επάγγελμα, αλλά το κύριον επάγγελμά του, αυτό από το οποίον αποζή, αυτό που αποτελεί την υπόστασίν του, είναι ψηφοφόρος του βενιζελισμού».


«Θα μας πάρουν τα σπίτια»
Το νόμισμα έχει, ωστόσο, και μια άλλη πλευρά. Για την αντιβενιζελική προπαγάνδα, ο κομματικός εχθρός ταυτίζεται με τον «εθνοτικό». Με τελικό διακύβευμα, τη ζωή και την περιουσία των ντόπιων Ελλήνων που εποφθαλμιούν οι «εισβολείς».
«Ητο επόμενον», αποφαίνεται π.χ. το «Σκριπ» (31.7.28), «ο Βενιζέλος να γίνη υποτελής εις τους πρόσφυγας. Ο μέγας αρχηγός κατήντησε να αναγνωρίζη ως αρχηγόν τον κύριον εις ίδην και όγλου».
«Οι γηγενείς είτε βενιζελικοί είναι είτε αντιβενιζελικοί είτε δημοκράται ή βασιλόφρονες πρέπει να γνωρίζουν ένα και το αυτό», διακηρύσσει πάλι χαρακτηριστικά η «Καθημερινή» (20.7.1928). «Οτι εφ’ όσον ψηφίζουν Βενιζέλον, ψηφίζουν κατ’ ανάγκην πρόσφυγας και εφ’ όσον ψηφίζουν πρόσφυγας ψηφίζουν την αρπαγήν και την απώλειαν της αγροτικής χθές, της κτηματικής σήμερον, της αστικής αύριον περιουσίας των. Οι ατυχείς πρόσφυγες κατά τούτο δεν πταίουν. Διότι κατεστράφησαν και θέλουν να ζήσουν, οπωασδήποτε, είτε εις βάρος του ενός είτε εις βάρος του άλλου. Ημείς όμως, οι γηγενείς, τι πταίομεν;… Διατί να υφιστάμεθα την υπέρ των προσφύγων καθολικήν αυτήν απαλλοτρίωσιν της Ελλάδος;»

Η ίδια γραμμή αναλύεται, με μεγαλύτερη σαφήνεια, και στο κύριο άρθρο της επομένης:
«Δεν κινδυνεύει εκ της ενδεχομένης επικρατήσεως του βενιζελισμού μόνον το πολιτικόν καθεστώς. Εγκαθισταμένης της πολιτικής Δικτατορίας του βενιζελισμού εν Ελλάδι, θα έχωμεν αναποτρέπτως ανάλογον προς αυτήν οικονομικήν δικτατορίαν ασκουμένην εις βάρος των γηγενών κατοίκων της χώρας. Στηριζόμενος σχεδόν αποκλειστικώς επί των προσφύγων ο βενιζελισμός, διαθέτων ως μόνην σχεδόν εκλογικήν δύναμιν τα δεκαπλά κατ’ άτομον εκλογικά βιβλιάρια των προσφύγων, βασίζων επί του προσφυγικού κόσμου την πολιτικήν του υπόστασιν, οφείλει κατ’ ανάγκην να προσοικειωθή τα συμφέροντα των οπαδών του και να ικανοποιήση αυτά καθ’ όλην την δυνατήν κλίμακα».
«Αλλά τα συμφέροντα των προσφύγων, κατά μοιραίαν τραγικήν δυσμένειαν, είναι ως γνωστόν τελείως αντίθετα προς τα συμφέροντα των γηγενών. Το Κράτος αφ’ ενός μεν βρίσκεται εις αθλιεστάτην κατάστασιν, την οποίαν γνωρίζομεν -φευ- πάντες, και αφ’ ετέρου η ανάγκη της αποκαταστάσεως και αποζημιώσεως των προσφύγων καθίσταται ημέρα τη ημέρα μάλλον επιτακτική. Τι θα συμβή άρα; Ο Βενιζελισμός, ευρισκόμενος προ τραγικού διλήμματος, θα στραφή κατά της περιουσίας των γηγενών και θέτων επ’ αυτής βαρείαν την χείραν, θα διαμοιράση αυτήν εις τους πρόσφυγας. Αι οικίαι και τα αστικά εν γένει κτήματα των γηγενών θα καταστούν βορά των προσφύγων.
Ζαΐμη πρωθυπουργούντος, Τουρκοβασίλη ιθύνοντος τα της Δικαιοσύνης, ο παρακαθήμενος αυτούς Κύρκος ήρξατο του έργου της αρπαγής. Αρχήν ποιούμενος απαλλοτριώσεως των αστικών κτημάτων των γηγενών υπέρ των προσφύγων έφθασεν ουχί πλέον εις τα πρόθυρα της πόλεως, αλλ’ εις αυτήν την καρδίαν της. Οικόπεδα γηγενών προσφύγων κείμενα εις την οδόν Αχαρνών απηλλοτριώθησαν υπέρ προσφύγων.
Επικρατούντος εκλογικώς του βενιζελισμού και εγκαθισταμένης της βενιζελικής δικτατορίας είναι εύκολον να φαντασθή τις τι πρόκειται να πράξη ο μέλλων Κύρκος. Θρήνος και κλαυθμός θα επακολουθήση άγριος, οικίαι και οικόπεδα δια μιας μονοκονδυλιάς θα μεταβάλλωσιν ιδιοκτήτων και ενώ οι γηγενείς οδυρόμενοι θα εξέρχωνται άστεγοι εις τας οδούς, οι πρόσφυγες θ’ αποκτώσιν αστικάς εγκαταστάσεις».

Εξ ού και η αντίθεση της ναυαρχίδας της εθνικοφροσύνης σε κάθε έμπρακτη αναγνώριση των επήλυδων ως ισότιμων πολιτών:
«Συμπονούμεν και συμπαθούμεν τους πρόσφυγας ως ανθρώπους και αδελφούς δυστυχήσαντας και παθόντας, αλλά δεν τους θέλομεν -η ‘Καθημερινή’ δηλαδή- ούτε ως ψηφοφόρους, ούτε ως εκλογείς, ούτε ως εκλεξίμους, ούτε ως πολίτας δικαιουμένους να κυβερνήσουν την Ελλάδα» (30.7.1928).
Αντίθεση που κορυφώνεται όταν, ελέω ψηφοθηρίας, αρχίζουν να σημειώνονται τα πρώτα ρήγματα στο εσωτερικό του εθνικόφρονος στρατοπέδου: 





«Με έκπληξίν μας είδομεν εις τα χθεσινά φύλλα ότι το λαϊκόν κόμμα θα περιλάβη τρεις πρόσφυγας πολιτευομένους εις τον συνδυασμόν Αθηνών. Διατί θα τους περιλάβη; Επί τη βάσει ποίας ηθικής και επί τη βάσει ποίας σκοπιμότητος; [...] Αλλά είναι Ελληνες και όμαιμοι και αδελφοί. Ας είναι και αδελφοί και εξάδελφοι. Οταν αποκτήσουν συνείδησιν πολιτικήν και θέλησιν πολιτών ελευθέρων -πράγμα το οποίον δεν θα συμβή ποτέ- τότε θα δικαιούνται να θεωρούνται μεταξύ ημών, όχι μόνον ως εκλογείς αλλά και ως εκλέξιμοι. Επί του παρόντος οι πρόσφυγες δεν έχουν καμμίαν θέσιν εις τους συνδυασμούς του λαϊκού κόμματος» (19.7.1928).

Εφεδρεία του κεφαλαίου;
Πολύ διαφορετικά προβλήματα προκάλεσε η έλευση των προσφύγων στο εγχώριο εργατικό κίνημα. Οπως εύστοχα επισημαίνει ένας αριστερός ιστορικός της περιόδου, «εκείνα τα πρώτα χρόνια της εισόδου στην ελληνική κοινωνία, οι πρόσφυγες δεν ενώθηκαν, δεν ενσωματώθηκαν στην εργατική κίνηση. Δεν συντόνισαν τη δράση τους μαζί. Δεν αισθάνθηκαν κομμάτι δικό της, παρόλο που αποτελούσαν το πιο εξαθλιωμένο μέρος της». 
Το αποτέλεσμα ήταν πως, σε μια πρώτη φάση, «ο διαχωρισμός αυτός συνέβαλε στη διάλυση του παλαιότερου οργανωμένου εργατικού κινήματος» (Δημ. Λιβιεράτος, «Κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα (1923-27)», σ.28-9).
Συχνά, οι εξαθλιωμένοι πρόσφυγες χρησιμοποιούνταν από την εργοδοσία ως απεργοσπάστες ή για να ρίξουν τα μεροκάματα. Στα πολιτικά ντοκουμέντα του ΚΚΕ, τη δεκαετία του 1928, η «συρροή προσφύγων» και η «ύπαρξη χιλιάδων προσφυγικών εργατικών χεριών» καταγράφεται συχνά ως μια από τις βασικές αιτίες -αλλά όχι η μοναδική- για τη διόγκωση της ανεργίας («Επίσημα Κείμενα», τ.Β΄, χ.τ.έ. 1964, σ.205, 216 & 574).
Τα ίδια ντοκουμέντα επισημαίνουν βέβαια ότι, όπως ακριβώς συμβαίνει και σήμερα με τους μετανάστες, αυτή η πίεση στην αγορά εργασίας δεν προέρχεται μόνο «από τον φυσικόν ανταγωνισμόν της εργατικής δυνάμεως των προσφύγων», αλλά και από κάθε αδύναμη κοινωνική κατηγορία: «Εις ειδικήν βάρβαρον φρικτήν εκμετάλλευσιν υποβάλλονται αι γυναίκες και οι νέοι, οίτινες επειδή μένουν έξω από τας επαγγελματικάς οργανώσεις γίνονται συναγωνισταί [ενν.: ανταγωνιστές] των ηλικιωμένων ανδρών και εργατών και μεγεθύνουν το μίσος των μελών της αυτής τάξεως» (όπ.π., σ.107).
Τα προβλήματα ήταν -και τότε- οξύτατα και τα διλήμματα πραγματικά. Με τη γνώση που μας προσφέρει η χρονική απόσταση, διαπιστώνουμε πως η μεσοπολεμική Αριστερά τα έλυσε με τον καλύτερο δυνατό, για την περίσταση, τρόπο: καταπολεμώντας στην πράξη το διαχωρισμό γηγενών-προσφύγων κι οργανώνοντας μαζικά τους τελευταίους σε κομματικές οργανώσεις και συνδικάτα, έτσι ώστε ο «εφεδρικός στρατός» των αφεντικών να καταργηθεί ως τέτοιος στην πράξη.
Στοιχειώδης μαρξιστική παιδεία και (κυρίως) ταξικό ένστικτο αρκούσε (και αρκεί), άλλωστε, για να διαπιστώσει κανείς ότι, σε τελική ανάλυση, αυτό που ρίχνει τα μεροκάματα δεν είναι οι (όποιοι) «ξένοι» αλλά ο εις βάρος τους ρατσισμός...
 

 «Ξένοι στον τόπο μας»
Για τη στάση πολλών γηγενών απέναντι στους πρόσφυγες του ’22, εξαιρετικά εύγλωττο είναι το μυθιστόρημα «Λεηλασία μιας ζωής» του μεσολογγίτη εκπαιδευτικού Αντώνη Τραυλαντώνη (1935). Εκεί περιγράφονται και οι δυο φάσεις της ξενοφοβίας που γνωρίσαμε τα τελευταία χρόνια απέναντι στους μετανάστες. Ο φόβος αρχικά απέναντι στον ξένο, απ’ τον οποίο η ανάγκη επιβίωσης έχει -υποτίθεται- αφαιρέσει κάθε αναστολή. Η δυσφορία, κατόπιν, για τη σχετική τακτοποίηση των επήλυδων και τις συνακόλουθες μεταβολές στο αστικό τοπίο.
* Οσοι δεν έζησαν το ’22, διαβάζουμε, «ας φαντασθούν ένα μεγάλο καράβι, παραφορτωμένο με επιβάτες, που πνίγεται μεσοπέλαγα, χωρίς βοήθεια, και σκορπίζεται στη θάλασσα, σκοινιά-μαδέρια. Πλήρωμα και επιβάτες πέφτουν στη θάλασσα. Με τα μάτια πεταμένα έξω, με κινήσεις σπασμωδικές, με φωνές, με θρήνους, με μουγκρητά, κυνηγούν ένα μεγάλο μαδέρι που πέρασε πλέοντας πλάγι τους.
Ολοι θέλουν να κολλήσουν επάνω όσο μπορούν σφιχτότερα με την τελευταία ελπίδα για τη ζωή, και ο καθένας, με τα χέρια, με τα πόδια, με τα δόντια, με το κεφάλι, αγωνίζεται να σπρώξη τον άλλον, να τον θυσιάση, ο δούλος τον αφέντη, ο φίλος το φίλο, ο αδερφός τον αδερφό, ο εραστής την ερωμένη του, το παιδί τον πατέρα του, η μάνα το παιδί της, για να γλυτώση τη ζωή του αυτός. Γιατί όλα τα ανθρώπινα ένστικτα, όλα τα διδάγματα του πολιτισμού, της θρησκείας, της αρετής, όλα έχουν σβυστή με μιας από μια πνοή παντοδύναμη, από το αδάμαστο, το άγριο, το σκληρό και ανήλεο ένστικτο της αυτοσυντηρήσεως.
Ας φαντασθούν ακόμα σκυλιά, πλήθος σκυλιά ριγμένα σ’ ένα ξεροπήγαδο. Με λύσσα, με ουρλιάσματα, με δόντια και με νύχια, το καθένα αγωνίζεται για να σπαράξη το άλλο, για να ζήση αυτό, να παρατείνη λίγες ώρες την άθλια ζωή του, με τις σάρκες του συντρόφου του, του αδερφού του.
Τέτοια απάνω κάτω στυγερή εικόνα παρουσιάζονταν στον ταξιδιώτη από το λιμάνι ως την Ομόνοια, και σ’ όλες τις πλατείες, τα πεζοδρόμια, τους δρόμους, τα στενά, και πέρα, έξω από την πολιτεία, από τα πόδια του Υμηττού έως τα πόδια του Αιγάλεω» (σ.143-44).
Η τελευταία φράση φωτίζει το νόημα των παρομοιώσεων: ο αλληλοσπαραγμός δεν αφορά την ώρα των σφαγών ή της ομηρείας, όταν κάθε ακραία συμπεριφορά είναι πιθανή, αλλά την προσφυγιά αυτή καθ’ εαυτή. Για τον αθηναίο μικροαστό, τα «ανθρώπινα ναυάγια» της Μικρασίας που συνωστίζονται στους δημόσιους χώρους της πρωτεύουσάς «του» έχουν χάσει μια για πάντα τη σχέση τους με τον «ανθρώπινο πολιτισμό», έχοντας μετατραπεί σ’ ετοιμοθάνατα πανικόβλητα σκυλιά.
* Με τον καιρό, η απέχθεια για τους «εισβολείς» μετατρέπεται σε δυσφορία για την υποτιθέμενη «άλωση» της πόλης απ’ αυτό το «ξένο στοιχείο», καθώς τα «ναυάγια» ξαναφτιάχνουν τη ζωή τους προκαλώντας νέα άγχη στους νοσταλγούς της «μικράς πλην εντίμου» κοινωνίας που παρήλθε ανεπιστρεπτί.

Ο αφηγητής αναζητά κάποιον παλιό γνωστό του στη Νεάπολη (Εξαρχείων):

«Το σπίτι ήταν ξεκαινουργωμένο αλλά ευκολογνώριστο, στην πινακίδα όμως εδιάβασα κάποιο άγνωστό μου όνομα, κάτι ...όγλου. Και στη θέση του καπνοπωλείου, αλλά με έκταση μεγαλύτερη, βρίσκονταν ένα ζαχαροπλαστείο, όπου μου φάνηκε ότι άκουσα όλες τις γλώσσες του κόσμου εκτός από τα ρωμέικα. Κατάλαβα ότι και ο διευθυντής και η πελατεία ήταν πρόσφυγες, που είχαν αρχίσει από τότε να νοικοκυρεύονται.
Με κοίταζαν με δυσπιστία και κάποιο μίσος, η ανάγκη όμως μ’ έκανε να πλησιάσω στον πάγκο και να ρωτήσω για το νοικοκύρη του σπιτιού». Ο ερωτώμενος όμως «δεν ήξερε τίποτε, δεν είχε καν ακούσει το όνομα και με τον τρόπο του μούλεγε να τον ξεφορτώνωμαι» (σ.161).
Δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό. Η ίδια σκηνή της «κυριαρχίας» των «άλλων» στην πρωτεύουσα επιβεβαιώνεται ξανά παρακάτω, με αφορμή μιαν ακόμη αναζήτηση:
«Τα πλατειά ρολά και οι πλούσιες βιτρίνες ήταν εκεί, εκεί ψηλά ήταν και η μεγάλη πινακίδα, πουθενά όμως ο Αλέξανδρος και η Αννα Κομπολογά, στη θέση τους ο “Ζαχαρίας ...όγλου”.
Αυτή η ογλοκρατία (με συγχωρείτε για την κρυάδα) που έμελλε σε λίγο να κυριαρχήση στην Αθήνα μας, είχε αρχίσει από τότε, καθώς φαίνεται. Οι μπανκανότες [χαρτονομίσματα] είχαν κάμει το θάμα τους και στο κατάστημα του κυρ-Αλέκου» (σ.196).
 



ΔΙΑΒΑΣΤΕGeorge Mavrogordatos

«Stillborn Republic. Social Coalitions and Party Strategies in Greece, 1922-1936»
(Μπέρκλεϊ 1983, εκδ. University of California Press)
Πρωτοπόρα ανάλυση των κοινωνικών διαστάσεων της πολιτικής ζωής του Μεσοπολέμου. Ειδικό κεφάλαιο για την αντίθεση γηγενών – προσφύγων και την αντανάκλασή της στο πολιτικό παιχνίδι της εποχής.

Αλκης Ρήγος

«Η Β΄ Ελληνική Δημοκρατία, 19214-1935. Κοινωνικές διαστάσεις της πολιτικής σκηνής»
(Αθήνα 1988, εκδ. Θεμέλιο)
Αντίστοιχη δουλειά με έμφαση στην οικονομική-ταξική διάσταση. Εκτενείς αναφορές στην αντιμετώπιση των προσφύγων από το γηγενή αντιβενιζελισμό.

Δημήτρης Λιβιεράτος

«Κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα (1923-1927)»
(Αθήνα 1985, εκδ. Κομμούνα)
Ιστορικό του εργατικού κινήματος των πρώτων χρόνων μετά την προσφυγική εγκατάσταση. Ειδικό κεφάλαιο για τις (αρχικά αρνητικές) επιπτώσεις της τελευταίας στην κατάσταση και τη μαχητικότητα της εργατικής τάξης.

Α.Ι. Αιγίδης

«Η Ελλάς χωρίς τους πρόσφυγας»
(Εν Αθήναις 1934, Τύποις Ι. Αλευρπούλου & Σίας)
Εξύμνηση, από συντηρητική σκοπιά, της συμβολής των προσφύγων στην οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική ζωή της μεσοπολεμικής Ελλάδας. Μεταξύ άλλων, τονίζεται η «αξιοθαύμαστος αντοχή του προσφυγικού πληθυσμού κατά των ενεργειών της μπολσεβικικής προπαγάνδας»: «Αι μακραίωνες παραδόσεις του πληθυσμού αυτού αντέστησαν αποτελεσματικώς και νικηφόρως κατά της φθοροποιού επενεργείας της παρεισάκτου προπαγάνδας κατά τα πρώτα της βήματα. Όταν δε βραδύτερον αι πρώται εντυπώσεις υπεχώρησαν, όταν πλέον έν μέγα μέρος του πληθυσμού τούτου επανέκτησε το αίσθημα της ιδιοκτησίας, είτε με την μορφήν μιας μονίμου οικογενειακής και επαγγελματικής στέγης, είτε με την μορφήν ενός τεμαχίου γης, ο κίνδυνος της μεταξύ αυτού ευδοκιμήσεως και του εγκλιματισμού του σπόρου της κοινωνικής ανατροπής εξέλιπεν οριστικώς» (σ.176-7).


πηγή:iospress.gr/ios2010/ios20100124.htm
Ελευθεροτυπία, 24/1/2010


Τότε και τώρα και πάντα....

Ίδια αντιμετώπιση, φυσικά, πολλά χρόνια μετά το 1922, είχαν από τους "συντηρητικούς" ντόπιους οι Έλληνες πρόσφυγες  που ήρθαν από τις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης μετά την κατάρρευση το 1991.
Να δύο αποσπάσματα από το βιβλίο “Η μυστική ιστορία της Θεσσαλονίκης”, του συγγραφέα Μάριου Μαρίνου Χαραλάμπους:
Απολυτήριο Πιστοφάντων...1907
 «Ενώ προτιμούμε να φέρνουμε όλους τους άχρηστους όχλους από τον Καύκασο, τη Γεωργία και τα Βαλκάνια ελεώντας τους με ελληνοποιήσεις και βαπτίσματα και καταστρέφοντας έτσι με τη φτώχεια τους ήδη φτωχούς Έλληνες και στερώντας τη νεολαία μας από την εύρεση εργασίας….»
«με τους Ποντίους που ήλθαν εδώ από τις ασιατικές ακτές αγράμματοι και χωρίς γνώση ξένων γλωσσών… Με τους Ασιάτες ορθόδοξους χωρικούς που έφεραν το 1922 και αυτούς που συνεχώς φέρνουν από τα ανθρώπινα απορρίματα του Καυκάσου…»
 Eίναι φανερό, πως πάντα κάποιοι ήτανε ρατσιστές, ακόμα κι όταν είχαν να κάνουν με Έλληνες πρόσφυγες.
 Απλά κάποιοι δεν ήταν και κάναν τη διαφορά.

“Τουρκόσποροι”

Το παραμύθι της "ογλοκρατίας", θα καταλήξει ένα χρόνο μετά την Καταστροφή στο να ζητούνται πογκρόμ για να καθαρίσει η Αθήνα από τους Τουρκόσπορους, όπως λέγανε τους πρόσφυγες οι μοναρχικοί. 

Στο συλλαλητήριο των μοναρχικών στις στήλες του Ολυμπίου Διός το 1923 λοιπόν, ακούγεται το μάλλον προβλέψιμο «Φωτιά στους τουρκόσπορους πρόσφυγες». Αυτή τη στάση δεν την κράταγαν μόνο οι αμόρφωτοι οπαδοί του Βασιλιά, αλλά και ο εκδότης της γνωστής μας Καθημερινής, Γεώργιος Βλάχος, ο οποίος ακόμα και το 1928, κάποια χρόνια πριν καλωσορίσει τους Γερμανούς στην Αθήνα χαρακτήριζε τους πρόσφυγες «προσφυγική αγέλη». Σύμφωνα με τα λεγόμενα μιας κυρίας «στην Τουρκία μας ονομάζανε Έλληνες και στην Ελλάδα Τούρκους».
Ο βουλευτής Σπετσών Περικής Μπουρμπούλης θα πει το 1934 στους πρόσφυγες βουλευτές ότι «οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης είναι πιο Ρωμιοί από σας», ενω ο Νίκος Κρανιωτάκης, μοναρχικός εκδότης του “Πρωινού Τύπου”, θα απαιτήσει το 1933, στην εφημερίδα του, να φορέσουν οι πρόσφυγες κίτρινα περιβραχιόνια για να τους ξεχωρίζουν και να τους αποφεύγουν οι Έλληνες.

Να, ας πούμε όπως οι Ναζί έβαλαν τους Γερμανοεβραίους να φοράνε κίτρινα περιβραχιόνια για να τους ξεχωρίζουν και να τους αποφεύγουν οι Γερμανοί.
Ακόμα ένα πράγμα που σκέφτηκαν πρωτοι οι Έλληνες.
 Οι πρόσφυγες θα συνεχίσουν για χρόνια να αντιμετωπίζουν τη βία των μοναρχικών ντόπιων, ως πραγματικοί ή υποτιθέμενοι Βενιζελικοί. Ο εμπρησμός του προσφυγικού οικισμού του Βόλου μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα των βενιζελικών του 1935 περιγράφεται ως εξής από το Σπύρο Λιναρδάτο:
«Αντιβενιζελικοί μπράβοι βάζουν φωτιά στα προσφυγικά παραπήγματα και γίνεται στάχτη μαζί με την περιουσία των προσφύγων κι ένας νεαρός πρόσφυγας που δεν πρόλαβε να φύγει…»

με πληροφορίες από iospress.gr

1922...Όταν άρχισε να μιλάει το χρήμα

Με βάση τα στοιχεία της Κοινωνίας των Εθνών, σε πολλές περιοχές της νέας τους εγκατάστασης, κατά τα πρώτα χρόνια πέθανε από τις κακουχίες το 20% των προσφύγων, ενώ αντιστοιχούσε 1 γέννηση σε 3 θανάτους
 Aυτό καθόλου δεν πτόησε τα ντόπια κοράκια, που το μόνο που είδανε ήταν απειλή για τα λεφτά που βγάζανε ή μπορούσαν να βγάλουν.
Και όταν μιλάμε για λεφτά, το πρώτο ζήτημα που μπαίνει στο τραπέζι είναι τα κτήματα των Μουσουλμάνων που έφυγαν από την Ελλάδα μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών με την Τουρκία, τα λεγόμενα “ανταλλάξιμα”.

Όταν πάει η συζήτηση στην περιουσία, οι ντόπιοι αποφασίζουν ότι οι πρόσφυγες που τα δικαιούνται είναι όντως ανεπιθύμητοι καθώς θέλουν να τους τα φάνε. Όπως π.χ. στο χωριό Ροδολίβος της Δράμας, όπου οι ντόπιοι καταγράφονται στην εφημερίδα Παμπροσφυγική να λένε ότι:
«(…) θα σφάξωσι, θα εκδιώξουσι τους πρόσφυγας δι’ όπλων, μαχαίρων, και ροπάλων»
 O ρατσισμός άρα των ντόπιων Ελλήνων προς τους πρόσφυγες Έλληνες, υπάρχει για βασικούς λόγους όπως τα κτήματα. Όταν πχ σκοτώνεται ένας πρόσφυγας από ένα ντόπιο στη Νιγρίτα Σερρών, η ίδια εφημερίδα θα γράψει:
 «Τα πραγματικά ελατήρια του φόνου δεν είναι, ως ταύτα μας παρουσιάζονται, η κλοπή ή η ανεύρεσις ενός απωλεσθέντος σχοινίου. Είναι το μίσος, τα πάθη τα οποία εδημιουργήθησαν μεταξύ των εντοπίων και των προσφύγων δια την κατάληψιν των υπό των Οθωμανών καταληφθέντων κτημάτων και γαιών».
 Τελικά οι ντόπιοι Έλληνες επιτέθηκαν στους πρόσφυγες Έλληνες για να τους φάνε τα χωράφια, οπότε το ρεπορτάζ της Παμπροσφυγικής θα γράψει:
«ετραυμάτισαν 17 πρόσφυγας, το πλείστον γυναίκας, πυρπολήσαντες τας σκηνάς, τους σταύλους, τους αχυρώνας, λεηλατήσαντες τας αποσκευάς…»
 Στις πόλεις που δεν υπάρχουν κτήματα, το παραμύθι ήταν ότι οι πρόσφυγες έχουν καταλάβει την πόλη, όπως καλή ώρα λέγεται σήμερα όταν κλαίγεται η Κική Δημουλά ότι της πήραν οι μετανάστες το παγκάκι της. Το σημειώνει ο εκπαιδευτικός Αντώνης Τραυλαντώνης στο βιβλίο του, όπου ο αφηγητής αναζητά κάποιον παλιό γνωστό του στη Νεάπολη (Εξαρχείων):
«Το σπίτι ήταν ξεκαινουργωμένο αλλά ευκολογνώριστο, στην πινακίδα όμως εδιάβασα κάποιο άγνωστό μου όνομα, κάτι …όγλου. Και στη θέση του καπνοπωλείου, αλλά με έκταση μεγαλύτερη, βρίσκονταν ένα ζαχαροπλαστείο, όπου μου φάνηκε ότι άκουσα όλες τις γλώσσες του κόσμου εκτός από τα ρωμέικα. Κατάλαβα ότι και ο διευθυντής και η πελατεία ήταν πρόσφυγες, που είχαν αρχίσει από τότε να νοικοκυρεύονται.»
«Τα πλατιά ρολά και οι πλούσιες βιτρίνες ήταν εκεί, εκεί ψηλά ήταν και η μεγάλη πινακίδα, πουθενά όμως ο Αλέξανδρος και η Αννα Κομπολογά, στη θέση τους ο “Ζαχαρίας …όγλου”. Αυτή η ογλοκρατία (με συγχωρείτε για την κρυάδα) που έμελλε σε λίγο να κυριαρχήση στην Αθήνα μας, είχε αρχίσει από τότε, καθώς φαίνεται. »

Με πληροφορίες απο το luben.tv

Η Μικρασιατική καταστροφή...μέσα από τα κείμενα πολιτικών και συγγραφέων!!!!

Το 1922, έχουμε  την  Καταστροφή της Σμύρνης.
Ο Ελληνικός Στρατός που είχε εκστρατεύσει στη Μικρασία  νικήθηκε από το στρατό του Κεμάλ Μουσταφά και  υποχώρησε άτακτα, χιλιάδες πιάστηκαν αιχμάλωτοι ενώ οι υπόλοιποι  έτρεχαν  για να προλάβουν κανένα καράβι για την Ελλάδα.
Πρόσφυγες
 Τι θα γινόταν λοιπόν για τους εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες της Μικρασίας που  ξέμειναν χωρίς καμιά προστασία;
Την απάντηση δίνει ένα πολύ ωραίο απόσπασμα που διασώζει ο Γρηγόρης Δαφνής:
Λίγο πριν την αναχώρηση από τη Σμύρνη των ελληνικών υπηρεσιών και ενώ το μέτωπο είχε σπάσει, ο νεαρός πολιτικός Γεώργιος Παπανδρέου (σ.σ. νομάρχης Μυτιλήνης) ενημερώνεται από τον Στεργιάδη  για την επερχόμενη καταστροφή. Στην ερώτηση του Παπανδρέου «Γιατί δεν ειδοποιείτε τον κόσμο να φύγει;», ο Στεργιάδης απαντά: «Καλύτερα να μείνουν εδώ να τους σφάξει ο Κεμάλ γιατί αν πάνε στην Αθήνα θα ανατρέψουν τα πάντα».
 Kι αυτό γιατί στα μάτια της βασιλικής παράταξης στην Ελλάδα όλοι οι Μικρασιάτες ήταν τσιράκια του Βενιζέλου. Άρα, ποινή θανάτου δια της εγκατάλειψης, καθώς ξεμένουν για να διαλέξουν ανάμεσα στην πυρκαγιά, τον πνιγμό ή τους Τούρκους που έρχονται με άγριες διαθέσεις. 
 Προς μεγάλη δυστυχία των Βασιλικών όμως, κάποιοι από τους φουκαράδες πρόσφυγες τα καταφέρνουν να γλιτώσουν από όλα αυτά και έρχονται στην Ελλάδα πάμφτωχοι και εξαθλιωμένοι έχοντας πουλήσει ότι είχαν και δεν είχαν για να μπουν σ' ένα καράβι και τα αδέρφια τους στην Ελλάδα θα τους βοηθήσουν όπως μπορούν.
 Ή και όχι, όπως θυμάται ο Μάρκος Βαμβακάρης στην αυτοβιογραφία του:
“Έμενε ο κόσμος στα βαγόνια των σιδηροδρόμων. Έμενε εκεί που είχε καμιά αποθήκη εγκαταλειμμένη. Τσαντήρια κάνανε. Καταστροφή, μεγάλη καταστροφή. Να μην ξαναδούν τα μάτια μας τέτοια πράγματα. Το τι τραβήξανε αυτοί οι άνθρωποι δεν λέγεται. Ατιμαστήκανε. Γίνανε χάλια, χάλια, χάλια. Άσε που ήταν ατιμασμένοι από κει με τους Τούρκους που τους καταδιώκανε.
Και κατόπιν εδώ που ήρθανε τα ίδια. Προσπαθήσανε, κάνανε χίλια δυό να βρίσκουνε το ψωμί τους, μέχρι να βρουν ένα σπίτι να κάτσουνε. Αν ένας πατέρας είχε πέντε-έξη παιδιά και κορίτσια, άλλα άρπαγε ο ένας από δω, άλλα ο άλλος από κει. Καταστροφή μάνα μου…
Και οι ντόπιοι δεν τους έβλεπαν με καλό μάτι. Αλλά τους βρίζανε. Χίλια δυό. Φύγετε από δω ρε! Πηγαίνετε παρά πέρα. Δεν τους κοιτάζανε. Δεν είχαν την αγάπη να πουν για στάσου, συγγενείς μας είναι, Έλληνες πραγματικοί. Να τους αγκαλιάσουμε. Δεν έγινε αυτό το πράμα, εγώ δηλαδή τι είδα. Μπορεί αλλού. Ήθελαν να τους κλέψουνε οι κλεφταράδες που ήταν εδώ πέρα. Ν’ αρπάξουν ότι είχαν. Να τους κλέψουνε, να τους γελάσουνε. Απατεώνες”.
 Έχει αρχίσει να βρωμάει κάτι, έτσι; Ας δούμε τι γράφει ο τότε εισαγγελέας Βαζούρας:
 Η βρισιά τουρκόσπορος μαζί με σωρό ανάλογες βρισιές, όπως σκατοουγλούδες, παληοαούτηδες κ.λπ. ήταν στην ημερήσια διάταξη, από ανώτερα και κατώτερα κυβερνητικά όργανα…” Το χάσμα ενισχύθηκε και συντηρήθηκε από τον άγριο οικονομικό ανταγωνισμό. τόσο στην ιδιοποίηση της γης, όσο και στις εμπορικές δραστηριότητες.”
 Ή ο μετέπειτα πρωθυπουργός, Παναγιώτης Κανελλόπουλος:
«Μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού, που από το 1915 είχε διχασθεί δεν αντίκρισε τους πρόσφυγες με συμπάθεια, όταν τα αδυσώπητα κύματα της ιστορίας τους έριξαν πάνω στους βράχους της Ελλάδας. Δεν υπήρξε συμπάθεια, δεν υπήρξε απάθεια, υπήρξε αντιπάθεια.»
Aκόμα πιο γλαφυρά τα καταγράφει ο ιστορικός Γιάννης Κορδάτος:
«Δεν άκουγε κανείς εκείνες τις μέρες τίποτα άλλο από τα στόματα όλων αυτών παρά κατάρες στο Βενιζέλο και βλαστήμιες: ‘’Αχ αυτοί οι τουρκοσπορίτες Έλληνες της Μικράς Ασίας μας πήραν στο λαιμό τους. Μακάρι να τους σφάξει όλους ο Κεμάλ και να μη μείνει ούτε ποδάρι από δαύτους’’…»
Έλληνες πρόσφυγες στο  Χαλέπι


Οι Μικρασιάτες τότε απελπισμένοι κατέληξαν σαν πρόσφυγες μέχρι και στο Χαλέπι της Συρίας (!), απ’ όπου μας έρχονται σήμερα άλλοι απελπισμένοι πρόσφυγες, Σύροι αυτή τη φορά, για να γλιτώσουν από τον πόλεμο και διάφοροι Έλληνες να ζητούν να τους στείλουν στον πάτο της θάλασσας.

πηγή : https://kars1918.wordpress.com/2010/03/09/refugees-1922/

Το πρώτο κύμα των προσφύγων...

Το 1914, οι Έλληνες του Πόντου εξεγείρονται κατά των Τούρκων και οι Τούρκοι τους τσακίζουν χωρίς πολλά-πολλά.
Από το 1916 αρχίζουν να έρχονται πρόσφυγες, 400.000 περίπου χριστιανοί Έλληνες του Πόντου που ζητάνε τη βοήθεια της μαμάς Πατρίδας.Τι έγινε λοιπόν ; Ας δούμε μια ανταπόκριση της εποχής από την εφημερίδα «Εφημερίς των Βαλκανίων»:
 «Οι δυστυχείς Καυκάσιοι λιμοκτονούν και πάλιν, παρά τας διαφόρους διαβεβαιώσεις, ότι ελήφθη πάσα φροντίς να μη μένωσι νηστικοί, ότι θα γίνουν πρατήρια, ότι τέλος δεν θ’ αποθάνουν από την πείναν και το κρύο… Μετά φρίκης μανθάνομεν ότι αποθνήσκουν 44 καθ’ εκάστην…. 
Εμάθομεν ακόμη ότι τα δήθεν Νοσοκομεία των προσφύγων είναι σε αθλία κατάστασιν, υπάρχουν μόνον δύο ιατροί, οι οποίοι μόλις προφταίνουν να πιστοποιούν τους θανάτους.
 Δεν θέλομεν να είπωμεν περισσότερα, νομίζομεν όμως ότι αν τους παραδίδομεν εις τον Μουσταφά Κεμάλ, θα τους μεταχειρίζετο ίσως καλύτερον…»

Δεν ακούγεται και πολύ πατριωτικό, έτσι;