Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017

Πρακτικοί τρόποι θεραπείας στη Σαντά

 Στη Σαντά εφαρμόζονταν πρακτικοί τρόποι  θεραπείας για τις περισσότερες αρρώστιες. Στην ενορία Ζουρνατσάντων κατέβαινε ένα τρανόν ορμίν (μεγάλο ρυάκι) και κινούσε δύο συνεχόμενους αλευρόμυλους, που ανήκαν μάλλον στο Λάζαρο Ακριβόπουλο.
Στο δρόμο για το Κωφολίβαδο υπήρχε ένα πέτρινο γεφυράκι με πέντε μέτρα μήκος και δύο μέτρα πλάτος, στο κάτω μέρος έχτισαν ένα πέτρινο ημικυκλικό τοίχο και σχημάτισαν μια τεχνική λίμνη.
Όταν κάποιος κρυολογούσε, οι συγγενείς τον πήγαιναν εκεί, τον έγδυναν και αφού έσπαγαν τον πάγο που σχηματιζόταν στην επιφάνεια της λίμνης, τον πετούσαν για λίγα λεπτά στο παγωμένο νερό. Ύστερα τον έβγαζαν, τον σκούπιζαν καλά, τον έντυναν και τον βοηθούσαν να τρέξει μια μικρή ανηφόρα όλο στροφές που οδηγούσε στο Κωφολίβαδο, μέχρι ένα ορόσημο που είχαν τοποθετήσει. Ίδρωνε όπως ήταν, τον πήγαιναν σπίτι, του έβαζαν στεγνά ρούχα και τον βοηθούσαν να ξαπλώσει.  Την άλλη μέρα έπαιζαν μαζί του χιονιές.
Για την θεραπεία της πλευρίτιδας, έχτιζαν μέσα στο σπίτι μια καμπίνα σαν σκοπιά. Το δάπεδο ήτα πλακοστρωμένο και από κάτω είχε εστία. Η πόρτα είχε ένα παραθυράκι. Άναβαν φωτιά κάτω από το δάπεδο, και όταν oι πλάκες  είχαν ζεσταθεί αρκετά, έβαζαν μέσα τον άρρωστο και έκλειναν την πόρτα, αφήνοντας το παραθυράκι ανοιχτό. Ο άρρωστος κρατιόταν από μια οριζόντια λαβή και σήκωνε μια το ένα πόδι και μια άλλο, για να μην καίγεται. Ο ιδρώτας του που έπεφτε στις ζεστές πλάκες εξατμιζόταν και έφευγε από το ανοιχτό παράθυρο. Βγαίνοντας έξω, ήταν πια εντελώς υγιής.
Για την ελονοσία, υπήρχε διαφορετικός τρόπος θεραπείας. 'Αναβαν το τζάκι και όταν ζεσταινόταν καλά, το καθάριζαν από τις στάχτες και το σκέπαζαν με δαφνόφυλλα. Στο μεταξύ έσφαζαν ένα μοσχάρι και το έγδερναν. Τύλιγαν τον άρρωστο ,γυμνό, με το δέρμα του ζώου και τον έβαζαν να καθίσει μέσα στο τζάκι πάνω στα δαφνόφυλλα. Για να εμποδίσουν την αφυδάτωση, που μπορούσε να προκληθεί από τον συνεχή ιδρώτα, του έδιναν γάλα και βούτυρο. Όταν πια είχε κρυώσει το τζάκι, ο άρρωστος είχε θεραπευτεί.

Ευθύμιος Σισμανίδης
"Ενθυμήσεις από τη Σαντά"

Μια απίστευτη θηριωδία των Τσετεδων...!!!!!

Άγριο φώλιαζε στην ψυχή των ανταρτών το μίσος κι' ο πόθος της εκδίκησης όχι μονάχα για την καταστροφή της άλλοτε περήφανης βουνίσιας πολιτείας, αλλά και για τ' άλλα ανήκουστα εγκλήματα και τις θηριωδίες των τσετέδων, που μια ιδέα τους μας δίνει ο Μιλτιάδης  Νυμφόπουλος με τις παρακάτω γραμμές του:
«Λίγες μέρες μετά τον εκτοπισμό των γυναικόπαιδων της Σαν­τάς, ο Πολίτας Τσουμπάν ανέβαινε απ' το Φτελέν για τα χωριά με μερικούς αντάρτες συντρόφους του. Όταν φτάσανε στο δίστρατο του Αϊ Γιάννη βρεθήκανε μπροστά σε αποτρόπαιο θέαμα.
Οι Τούρκοι κόψανε το σώμα του αντάρτη Τσιλίκ σε δύο και το μεν κεφάλι με τον κορμό άφησαν στον επάνω δρόμο που κατευθύνεται στο Τερζάντων, τα δε άκρα στον κάτω δρόμο. Η αγανάκτηση των ανταρτών κορυφώθηκε όταν είδαν και το φοβερό ανοσιούργημα, όμοιο του οποίου μπορούσαν να διαπράξουν μόνο οι Ζουλού της Αφρικής:
Κομμένα τα γεννητικά όργανα του  σκοτωμένου και βαλμένα  στο στόμα του. Επί πλέον σήκωσαν επάνω το δεξί του χέρι και βάλαν το γεννητικό του μόριο ανάμεσα στα δάχτυλά του, για να δώσουν την εντύπωση ότι κάπνιζε το τσιγάρο του. Αμέσως σκάψαν με τις κάμες τους το χώμα και τον παράχωσαν πρόχειρα, ορκίστηκαν δε εκδίκηση εναντίον των Τούρκων, και τηρήσανε τον όρκο τους».
Με τέτοια προηγούμενα και τόσο φαρμακερή πείρα οι αντάρτες δεν μπορούσαν βέβαια να φυλάξουν τώρα πια ούτε ίχνος οίκτου στην ψυχή τους για τους Τούρκους. Αποτραβηγμένοι στα λημέρια τους άλλο δεν είχαν στο μυαλό τους παρά πως να εκδικηθούν. Έτσι, λίγες μέρες μετά την καταστροφή, στήνοντας καρτέρι στα σύνορα της Σαντάς, κατάφεραν να πιάσουν 5 Τούρκους, ανάμεσα στους οποίους και τον χωροφύλακα Σιαμπάν. Ήταν αυτός που συνοδεύοντας για λίγο τα γυναικόπαιδα στον δρόμο της εξορίας είχε χτυπήσει με τον υποκόπανο του όπλου του τη γριά μητέρα του Πολυχρόνη Τσουμπάν την στιγμή που έπινε νερό.
Στον δρόμο οι τρεις απ' τούς Τούρκους κατάφεραν να φύγουν, άλλα έμειναν αιχμάλωτοι ο Σιαμπάν μαζί με έναν άλλον σύντροφό του, που λεγόταν Χαμζάς. Οι αντάρτες τους οδήγησαν μέσα στην ερειπωμένη Σαντά, όπου είχε μπει ο καπετάν Ευκλείδης με λίγους άντρες του για να ψάξουν μήπως τυχόν έβρισκαν κρυμμένα τρόφιμα και να κάψουν όσα μεγάλα σπίτια μέναν, που θα μπορούσαν να τα χρησιμοποιήσουν οι Τούρκοι για οχυρά σε περίπτωση που θα ξανανέβαιναν στη Σάντα.
Εκεί, μπροστά σ' ένα σπίτι που καιγόταν, της Ισχανανταίας Χάρης Τεσέρ, οδήγησε ο καπετάν Ευκλείδης τους δύο Τούρκους και είπε στον χωροφύλακα:
- Σιαμπάν εφέντη, έφτασε η ώρα να πληρώσεις όλες τις ατιμίες και τα εγκλήματα που έκανες σε βάρος των Χριστιανών. Πες μου ποιό θάνατο προτιμάς; Το τουφέκι, το μαχαίρι ή την φωτιά;
Kι' επειδή εκείνος δεν μιλούσε, μ' ένα νόημα του καπετάνιου άρπαξαν οι οπλίτες τους δύο Τούρκους και τους έριξαν μέσα στη φωτιά, όπου και κάηκαν.
Ύστερα γυρίζοντας μέσα στην ερειπωμένη Σάντα οι αντάρτες κάναν έρευνες, μάζεψαν όσα τρόφιμα βρήκαν, τα φόρτωσαν στους «σελεκτσήδες*»  κι αποτελειώνοντας με την φωτιά όσα μεγάλα σπίτια μέναν όρθια, τράβηξαν πάλι για τα λημέρια τους. Από εκεί κατέβαιναν μόνο για κανένα γιουρούσι στα τουρκοχώρια ή για τους λαχανόκηπους της Σαντάς απ' όπου προμηθεύονταν προ πάντων τις πατάτες, που δίχως καλλιέργεια και φροντίδα φύτρωναν, για να κρατάνε στη ζωή τους πολεμιστές στις γύρω ερημιές και τους αγριότοπους.
Μια μέρα κάτω στο χωριό Παϊράμ πιάσαν 7 Τούρκους που κλέβανε λάχανα και πατάτες για να τα μεταφέρουν στα χωριά τους. Τους φέρανε στο «Βαθύν τ' ορμίν» και τους σκοτώσανε με μαχαιριές. Το βράδυ της ίδιας μέρας έστησαν ενέδρα σε μια σπηλιά έξω απ' το Ζουρντατσάντων και περιμένανε ως το πρωί. Μόλις ξημέρωσε είδαν πολλούς Τούρκους φορτωμένους με κλοπιμαία και άλλους να κατεβαίνουν απ' το Κωφολείβαδο για να μπουν στα χωριά και να ρημάξουν πάλι τους λαχανόκηπους. Ανοίξανε φωτιά και σκότωσαν 32. Έτσι σε μια μέρα ο αριθμός των σκοτωμένων έφτασε τούς 39.
Ασταμάτητη από δω και πέρα είναι η δράση των ανταρτών, που είχαν πολύτιμο βοηθό τους κι' ένα Τούρκο φιλέλληνα, τον Αλή Ουζούν Χαλήλ ογλού, κάτοικο του κοντινού χωριού Ισχάν. 
Αυτός ανέβαινε πολλές φορές τη νύχτα στα λημέρια τους και τους έδινε πληροφορίες για τις κινήσεις και τις διαθέσεις του τούρκικου στρατού. Κι' όταν δεν μπορούσε, τότε μεταχειριζόταν μέσα συνθηματικά. Καθώς το σπίτι του βρισκόταν στην άκρη του χωριού, κρεμούσε στο μπαλκόνι του πότε ένα κόκκινο πάπλωμα και πότε ένα άσπρο σεντόνι. Οι αντάρτες που βλέπαν με τα κιάλια, καταλάβαιναν: Το κόκκινο πάπλωμα σήμαινε κίνδυνο, ενώ το άσπρο σεντόνι ησυχία και ασφάλεια. Έτσι κανόνιζαν ανάλογα τις κινήσεις τους και έπαιρναν τα μέτρα τους.

Από τις πολλές συγκρούσεις των ανταρτών με τους Τούρκους που αναφέρει ο Μιλτιάδης Νυμφόπουλος, μεταφέρω μερικές χαρακτηριστικές:
«Αρχές Ιουνίου του 1922, οι αντάρτες ειδοποιήθηκαν ότι 30 οπλοφόροι Τούρκοι με 50 άλογα φορτωμένα τρόφιμα ανέβαιναν στο παρχάρι του Καράτερε. Αμέσως συνεννοήθηκαν οι οπλαρχηγοί Ευκλείδης Κουρτίδης και Δαμιανός Τσιρίπ να δράσουν μαζί εναντίον της συνοδείας. Ανέβηκαν, λοιπόν, στο Κωφολείβαδο και από εκεί πιάσαν όλη την υπεράνω των Ζουρνατσάντων κορυφογραμμή, κάτω από την οποία επρόκειτο να περάσει ή συνοδεία.
Ο Ευκλείδης συνεννοήθηκε με τον Δαμιανό και τον Πολίταν Τσουμπάνο να θέσουν τους Τούρκους μεταξύ δύο πυρών και τότε ο μεν Ευκλείδης με τα παλικάρια του έπιασε τα ενδότερα του βουνού και σχημάτισε την εμπροσθοφυλακή, ο δε Τσουμπάνος σχημάτισε την οπισθοφυλακή των ανταρτών. Η απόσταση μεταξύ των δυο άκρων ήταν αρκετά μεγάλη. Ολόκληρη η συνοδεία των Τούρκων έφτασε κάποτε μέσα στη γραμμή και τότε ο Ευκλείδης έριξε για σύνθημα δύο πυροβολισμούς. Ευθύς άρχισαν να ρίχνουν όλοι της οπισθοφυλακής και το πυρ γενικεύθηκε αμέσως σε όλη τη γραμμή.
 Οι οπλοφόροι Τούρκοι έριξαν μερικούς πυροβολισμούς, αλλά βλέποντας ότι η θέση τους ήταν απελπιστική, πέταξαν τα όπλα και παραδόθηκαν. Μαζί τους παραδόθηκαν πολλοί αγωγιάτες άοπλοι, τους οποίους αγγάρεψαν οι αντάρτες να μεταφέρουν όλα τα τρόφιμα και τα εμπορεύματα που πιάσαν».
Σαν κύριος της περιοχής φέρεται όλο τούτο το διάστημα ο  οπλαρχηγός της Σαντάς. Να μερικές χαρακτηριστικές γραμμές ακόμα:
«Το καλοκαίρι του 1922, ο καπετάν Ευκλείδης ειδοποίησε τους περιοίκους Τούρκους να πάνε στα παρχάρια τους — ορεινούς τόπους παραθερισμού όπου μετέφεραν και τα ζώα τους — και τους υποσχέθηκε ότι δεν θα τους πειράξει αν του προμήθευαν τρόφιμα. Οι Τούρκοι δέχτηκαν. Στο μεταξύ, όμως, οι αντάρτες έστειλαν στο τουρκοχώρι Άσια για κάποια υπόθεση τους,  τους Γαβριήλ Πασαλίδη και Ισαάκ Σιαμανίδη.
 Ένας Τούρκος, Καμπούρ Σαλέχ, μόλις είδε τους δύο Σανταίους, έξαλλος από το μίσος, τους σκότωσε. Ο Ευκλείδης τότε διέταξε ανταπόδοση του φόνου και τότε οι Τούρκοι θρήνησαν πολλά θύματα, κυρίως οπλοφόρους, που αποτολμούσαν να περάσουν απ' τα βουνά της Σάν­τας. Λίγες μέρες αργότερα, 20 Τούρκοι αγωγιάτες με 30 άλογα φορτωμένα τρόφιμα, περνούσαν απ' τη Λαραχανή, πηγαίνοντας προς τα παρχάρια τους. Μόλις τόμαθε ο Ευκλείδης, διέταξε τα παλικάρια του να πιάσουν τον δρόμο και να αιχμαλωτίσουν τους αγωγιάτες ή να τους σκοτώσουν αν αρνηθούν να παραδοθούν. Οι Τούρκοι παραδόθηκαν και οι αντάρτες πήραν τα όπλα τους, όπως και τα τρόφιμα που μετέφεραν, στα κρησφύγετά τους».
Σαντα
Μάταια οι τούρκικες αρχές προσπαθούσαν να βρουν τρόπους για να σταματήσουν την δράση των ανταρτών που εξακολουθούσαν να τρομοκρατούν τους γύρω τούρκικους πληθυσμούς επί δύο ή τρία χρόνια ακόμα, μέχρι και πέρα απ' τη Μικρασιατική καταστροφή: «Τέλη Αυγούστου του 1923 κατέβηκαν 20 Τούρκοι του χωριού Άσια στο Ζουρνατσάντων για να λαφυραγωγήσουν. Πολλοί αντάρτες με τον Ευκλείδη κρύφτηκαν, περίμεναν, κι' όταν οι Τούρκοι πέρασαν το γεφύρι, πέσαν στην ενέδρα κι' αιχμαλωτίστηκαν. Ο Ευκλείδης διέταξε να εκτελεστούν αμέσως. Οι άλλοι που έφτασαν στους Κερχανάδες έκαναν να γυρίσουν πίσω, μα τους έριξαν οι αντάρτες της δεύτερης ενέδρας και σκότωσαν 5 απ' αυτούς».
Τον Αύγουστο του 1922 σκοτώθηκε ο οπλαρχηγός Δαμιανός Τσιρίπ σε μια συμπλοκή του με τους Τούρκους των χωριών απ' όπου αποπειράθηκε να περάσει με μερικά παλικάρια του. Αλλά οι άλλοι αντάρτες συνέχιζαν πάντα τη δράση τους αλύγιστοι.
Παρά τις προτάσεις που κάθε τόσο τους γινόντουσαν — ότι δεν θα τους πειράξουν αν καταθέσουν τα όπλα — εκείνοι μέναν αμετάπειστοι γιατί ξέροντας καλά τους Τούρκους ήσαν σίγουροι ότι μόλις κατάθεταν τα όπλα θα βρισκόντουσαν στο έλεος και το εκδικητικό μίσος των ύπουλων εχθρών τους.
Τρεις φορές μέσα στο 1922 ανέβηκε στη Σαντά με χίλιους κινδύνους ο Μιλτιάδης Νυμφόπουλος για να συναντήσει τον καπεταν Ευκλείδη και τα παλικάρια του και να τους μεταφέρει τα γράμματα του μητροπολίτη Ροδοπόλεως, που οι τούρκικες αρχές τον πίεζαν να γράφει. Δίναν, μάλιστα, στον μεταφορέα και χωροφύλακα γι' ασφάλεια του — επειδή απ' τα τουρκοχώρια που θα περνούσε, θα τον σκότωναν αν μάθαιναν ότι ήταν Σανταίος — αλλά ο χωροφύλακας δεν τολμούσε ν' ανέβει στη Σαντά και τον περίμενε, καθώς έπαιρνε μόνος του τον δρόμο προς το βασίλειο των ανταρτών.


άοπλους αντάρτες που χρησιμοποιούσαν για μεταφορές

Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

Σκοτώνουν τούτες οι αντρογυναίκες των Σανταίων!!!! Του Χαράλαμπου Σπυριδόπουλου

Πολλά και συγκλονιστικά περιστατικά αναφέρονται από άλλους αυτόπτες μάρτυρες και παθόντες, που κατάφεραν να επιζήσουν απ' την ομαδική εξορία του πληθυσμού και την καταστροφή της Σαν­τάς, οι αντάρτες της οποίας έμειναν, ωστόσο, στα βουνά τους, έδωσαν απελπισμένες μάχες, προστάτεψαν πλήθος γυναικόπαιδα και πήραν εκδίκηση, σκοτώνοντας όχι λίγους Τούρκους.
Απ' τα επεισόδια που συγκέντρωσε ο Ιωάννης  Δ. Ευφραιμίδης - νεαρός τότε αντάρτης και  βιομήχανος μετά στην Αθήνα, που τον συναντήσαμε στη μάχη Κοπαλάντων- μεταφέρω ένα χαρακτηριστικό της γενναιότητας των Σανταίων γυναικών. Το διηγήθηκε ο Χαράλαμπος Σπυριδόπουλος, που παιδί, τότε, κλείσθηκε με τα 300 περίπου γυναικόπαιδα μέσα στο σχολείο της Κρώμνης, όπου την ίδια βραδιά της εξόδου έφτασαν οι εξόριστοι.
Ερείπια δημοτικού σχολείου δίπλα στην εκκλησία
Η πόρτα του σχολείου ήταν κλεισμένη γι' ασφάλεια των γυναικών, όπου αργά μετά τα μεσάνυχτα ακούστηκε μια φωνή να καλεί μια απ' τις γυναίκες, την Σιονάρα:
- Σιονάρα, ε Σιονάρα, άνοιξε την πόρτα.
Πετάχτηκε επάνω ή Σινιόρα:
- Ποιος είσαι;
-  Είμαι ο παπά - Δημήτρης Λαμπριανίδης, ο ιερέας του χωριού μας.
-Αν ήρθες για καλό, παπά - Δημήτρη, να σου ανοίξω, αλλιώς να φύγεις γρήγορα, απάντησε η αντρογυναίκα.
Και τότε ο παπάς για να της δώσει να καταλάβει:
- Δεν είμαι μοναχός μου, έχω και... ουρά!
Η Σιονάρα κατάλαβε αμέσως ότι ο παπάς συνοδευόταν από Τούρκους, που τον υποχρέωσαν να πείσει τις γυναίκες ν' ανοίξουν την πόρτα για ν' αρπάξουν τα κορίτσια και ότι σίγουρα εκείνος δέχτηκε μόνο και μόνο για να τις ειδοποιήσει για τον κίνδυνο που διέτρεχαν. 
Χωρίς να χάνει καιρό κάλεσε σε συναγερμό όλες τις Σανταίες να οπλιστούν με ότι βρισκόταν μέσα στο σχολείο- ξύλα, ρόπαλα, σιδερικά, καρεκλοπόδαρα από καρέκλες που έσπασαν στα γρήγορα - κι' έτσι οπλισμένες παρατάχθηκαν στον αυλόγυρο πίσω απ’ την πόρτα.
Στο μεταξύ οι Τούρκοι- καμιά δεκαριά τζανταρμάδες - έδειραν μέχρι λιποθυμίας τον παπά γιατί κατάλαβαν ότι επίτηδες κάλεσε την αντρογυναίκα του χωριού, κι ύστερα βάλθηκαν να σπάσουν την πόρτα, ενώ από μέσα φώναζαν για βοήθεια όλες μαζί οι γυναίκες και τα παιδιά.
Γρήγορα η πόρτα υποχώρησε κι όρμησαν μέσα στον αυλόγυρο του σχολείου οι τζανταρμάδες, όπου όμως τους υποδέχτηκαν τα καρεκλοπόδαρα και τα σιδερικά των γυναικών, που χτυπούσαν με μανία όποιον έμπαινε. Ουρλιάζοντας πέσαν κατά γης οι πρώτοι, ενώ οι άλλοι τρομαγμένοι κάναν πίσω βλαστημώντας, μέσα σ' ένα πανδαιμόνιο φωνών του πλήθους των γυναικόπαιδων.
—Αλλάχ, Αλλάχ, μούγκριζαν οι τραυματισμένοι, σκοτώνουν τούτες οι αντρογυναίκες των Σανταίων!
Με τη φασαρία και το κακό πού έγινε έτρεξαν οι Αξιωματικοί κι έτσι σώθηκαν οι κοπέλες από την ατίμωση. Αλλά δεν γλύτωσαν, βέβαια, παραπέρα τα μαρτύρια τής ατέλειωτης πορείας.

Η "αποφράδα" ημέρα για τη Σαντά. Αφήγηση αυτόπτη μάρτυρα Νικόλαου Τοπαλίδη.

Απ' τον Ιούλη του 1921 αρχίζει να γράφεται μαζί με τόσες άλλες περιοχές κι' η τραγωδία της Σαντάς, για να φτάσει στο αποκορύφωμα της τον Σεπτέμβρη, την εποχή, δηλαδή, που όλος ο Πόντος καιγόταν απ' άκρη σ' άκρη, ολόκληροι πληθυσμοί ξεσηκώνονταν, πέθαιναν ή σφαζόντουσαν στους δρόμους της εξορίας, ενώ στα βουνά του δυτικού Πόντου δινόντουσαν οι πιο σκληρές μάχες των ανταρτών με τον κεμαλικό στρατό και τις ορδές των τσετέδων.
Τζεβιζλίκ
Την ίδια τούτη εποχή έφτασε στο Τζεβιζλίκ ο φιρκά κουμαντανή- μέραρχος- Σουπχή, με μεγάλη δύναμη στρατού και μήνυσε από εκεί στους προεστούς της Σαντάς ότι θα τους τουφεκίσει όλους και θα ρημάξει τα χωριά τους αν δεν παραδώσουν όλους τους φυγόστρατους κι αν δεν πάψουν την επαναστατική τους δράση. Οι προεστοί απάντησαν ότι δεν είχαν φυγόστρατους κι ούτε ετοίμαζαν καμιά επανάσταση  και τότε εκείνος έστειλε στη Σαντά - 3 Σεπτέμβρη 1921- απόσπασμα στρατού και χωροφυλακής μ' έναν αξιωματικό και τη διαταγή να παρουσιαστούν όλοι οι Σανταίοι από ηλικία 20—45 χρονών για να καταταγούν στον τουρκικό στρατό. Τριήμερη ήταν η προθεσμία που έβαζε ο μέραρχος και τελείωνε την γραπτή διαταγή του με την απειλή:
«Αν στο  διάστημα αυτό δεν παρουσιαστούν οι έχοντες την παραπάνω ηλικία στρατεύσιμοι, θα στείλω στα χωριά στρατό και πολλούς οπλοφόρους και τον μεν άμαχο πληθυσμό θα απελάσω στο εσωτερικό της χώρας, τους δε λιποτάκτες θα καταδιώξω παντού και θα τους πιάσω. Τους στρατεύσιμους θα τους περιμένουν στο Καζουκλή Χαν το μεσημέρι της Δευτέρας οι στρατιώτες μας, που θα τους οδηγήσουν με ασφάλεια στην Αργυρούπολη».
Η διαταγή, με άλλα λόγια, έλεγε- ούτε λίγο ούτε πολύ- να παραδώσουν τα όπλα τους οι αντάρτες για να κατεξευτελιστούν, στα «τάγματα εργασίας», όπου μαρτυρούσαν και πέθαιναν χιλιάδες Έλληνες. Φυσικά αρνήθηκαν και ετοιμάστηκαν για άμυνα, ενώ οι άοπλοι φυγόστρατοι πήραν τούς δρόμους προς τα δάση για να προφυλαχτούν απ' το κυνήγι.
Εξαγριωμένος ο μέραρχος γι' αυτή την ανυπακοή διέταξε αμέσως τις κυρώσεις και στις 6  του Σεπτέμβρη προχώρησαν προς την Σάντα τρία συντάγματα στρατού, ένα ιππικού και πολλές εκατοντάδες τσέτες.
«Ο στρατός αυτός στις 8 του Σεπτέμβρη συνέλαβε και φυλάκισε στην εκκλησία της Αγίας Κυριακής Ισχανάντων τους άντρες όλων των ενοριών, στρατεύσιμους και μη.
 Στις 9 του Σεπτέμβρη οι Τούρκοι στρατιώτες μαζί με πολλές εκατοντάδες άγριων και πεινασμένων τσετέδων άρχισαν να διώχνουν τον άμαχο πληθυσμό απ' τα χωριά και να τον συγκεντρώνουν στο Πιστοφάντων. Όσο για τους Ισχαναντέους, οι αρχιτσετέδες διέταξαν να χωρίσουν απ' τον υπόλοιπο πληθυσμό, να βγουν έξω απ' το Πιστοφάντων και να μείνουν στο ύπαιθρο, στη θέση Λευτοκαρών...».
 
Αγία Κυριακή Ισχανάντων

 Στο σημείο τούτο παραθέτουμε την αφήγηση του Νικολάου Τοπαλίδη, που ήταν αυτόπτης μάρτυρας και παθών:
«…Όλοι  οι άντρες που μείναμε φυλακισμένοι μέσα στην εκκλησία του χωριού Ισχανάντων αφήσαμε τις οικογένειες μας στη διάθεση των θεριών εκείνων, χωρίς καμιά προστασία. Βλέπαμε απ' τα παράθυρα της εκκλησίας τους ανθρώπους μας του απέναντι χωριού Ζουρνατσάντων να διώχνονται από τα σπίτια τους, να δέρνονται, να πέφτουν λιπόθυμοι και καταλαβαίναμε ότι το ίδιο γινόταν και σ' όλα τ άλλα χωριά.
 Κι όταν τελευταία μας έβγαλαν από την εκκλησία και μας έφεραν στο χωριό Πιστοφάντων, όπου συγκέντρωσαν τα γυναικόπαιδα όλων των χωριών και είδα την οικογένεια μου ανάσανα, συνήλθα και δοκίμασα μεγάλη χαρά.
 Όχι γιατί γλυτώσαμε παρά γιατί θα πεθαίνανε μαζί. Είχαμε τη γνώμη ότι μας περίμενε η σφαγή των Αρμενίων. Και μια αποφράδα ημέρα όλος ο πληθυσμός της Σάντας ξεκίνησε για το Γολγοθά του με κουστωδία μεγάλου στρατού. Σε διαστήματα, όταν μας ερχόταν η διαταγή του επί κεφαλής αξιωματικού να σταματήσουμε και να καθίσουμε επάνω στα βουνά, έχοντας για παράδειγμα το προηγούμενο των Αρμενίων, περιμέναμε το τουφεκίδι.
Στην Αργυρούπολη ξεχωρίσανε και στρατεύσανε τους άντρες. Τα γυναικόπαιδα με βάσανα και πεζοπορία ολόκληρου μηνός οδηγήθηκαν στο Κουρδιστάν, στις εκτάσεις του οποίου άφησαν τα κόκαλα  τους απ' τις κακουχίες, την πείνα, τις αρρώστιες».

Για τον Δαμιανό Τσιρίπ.

Το καλοκαίρι, του 1920, μια ομάδα με αρχηγό τον Δαμιανό Τσιρίπ συνάντησε στο βουνό Ζύγανα τον ίδιο τον διοικητή της χωροφυλακής του Ερζερούμ, που ταξίδευε με τη γυναίκα του, μέσα σε αυτοκίνητο. Πρότειναν τα όπλα τους και σταμάτησαν το αυτοκίνητο. Κατακίτρινος έγινε ο διοικητής μόλις τους αντίκρισε, εκείνοι, όμως, του είπαν:
Ζύαινα ή Ζύγανα

-Μη φοβάσαι, εφέντη, για σένα δεν ακούστηκε τίποτα κακό. Όσους δεν μας βλάφτουν δεν τους πειράζουμε.
Του πήραν μόνο λίγο ρουχισμό, προσθέτοντας: «Αυτά τα έχουμε ανάγκη γιατί βλέπεις σε τι χάλι μας κατάντησε η Τουρκιά, επειδή πολεμάμε μόνο και μόνο για τη ζωή μας και για την τιμή μας. Άντε τώρα πάρε τη χανούμισσά σου και πήγαινε στο καλό σου»
Απορημένος έμεινε ο Τούρκος διοικητής και δεν έπα­ψε να μιλά επί πολύ καιρό για τη γενναιοψυχία των Σανταίων ανταρτών.
Κι' όμως, παρά την "τέτοια" κατάστασή τους, οι Έλληνες αντάρτες φερόντουσαν ιπποτικά σε Τούρκους που δεν τους είχαν πειράξει.

Ιστορικό ντοκουμέντο με ημερομηνία 26 Ιούνη 1919 που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ελεύθερος Πόντος» του Βατούμ:

Έκκληση του «Συνδέσμου της εξωτερικής οργάνωσης Σανταίων προς τους απανταχού Έλληνες του Πόντου», για έρανο, που αποτελεί ένα ιστορικό ντοκουμέντο για τις συνθήκες κάτω απ’ τις οποίες πολεμούσαν οι Σανταίοι.
Με ημερομηνία 26 Ιούνη 1919 δημοσιευόταν στην εφημερίδα «Ελεύθερος Πόντος» του Βατούμ:
 «Καμία καρδιά ελληνική δεν πρέπει να μείνει ασυγκίνητη και αδιάφορη στα νέα, που μας φτάνουν τώρα τελευταία από μακριά, πέρα, από τα βουνά της ηρωικής Σαντάς. 
Η Σαντά στα μαύρα αυτά χρόνια του πολέμου στάθηκε ένα ηρωικό Σούλι στον Πόντο. Αυτή με το τουφέκι στο χέρι δεν έσκυψε το κεφάλι στον Τούρκο. Δεν πλήρωσε αυτή το χαράτσι της υποταγής στον τύραννο. 
Πάνοπλη, με μερικά γενναία παλικάρια της και σήμερα ακόμα εξακολουθεί να διεξάγει τον ηρωικό της αγώνα εναντίον των αιωνίων εχθρών μας. Κάθε μέρα και μας φτάνουν νέες ειδήσεις για τον μαρτυρικό ηρωισμό των παιδιών της. Κάθε μέρα και νέο αίμα ηρωικό χύνεται για να βάψει κόκκινη την πολύπαθη γη της.
»Μα η Σαντά έχει να παλέψει με δύο θηρία εξ ίσου άγρια: τον Τούρκο και την Πείνα. Δυστυχώς της πείνας το ανήμερο θεριό είναι χειρότερο από τον Τούρκο. Γιατί ο Τούρκος στάθηκε ανήμπορος μπροστά στην ανδρεία και την παλικαριά των παιδιών της Σαντάς. Οι τσετέδες εύκολα νικιούνται. Μα τής πείνας το άγριο θηρίο είναι ανίκητο.
»... Αδελφοί... Κατά τις μεγάλες αυτές ιστορικές στιγμές όπου το  Έθνος ετοιμάζεται για το μεγάλο πανηγύρι και ο ελληνισμός σύσσωμος με την Σμύρνη, την Θράκη, την Μακεδονία και τον Πόντο περιμένει να γιορτάσει τη λευτεριά του, ήρωες, όπως τα παλικάρια της Σαντάς, μαζί με όλους τους άλλους ανδρείους της Σαμψούντας, Ορδού, Σουρμένων, Κρώμνης και άλλων μερών όπου άδραξαν το τουφέκι και ανεβήκανε στα βουνά του Πόντου, δεν πρέπει να τους αφήσουμε να υποφέρουν από στέρηση, αλλά χρέος μας είναι να τούς συνδράμουμε στον εθνικό αγώνα τους...»

Αφήγηση του Σανταίου οπλαρχηγού Χριστόφορου Αγγελίδη, που περιγράφει μια από τις μάχες.

Τον Αύγουστο του 1919, λέει, οι Έλληνες αντάρτες άρπαξαν 300 πρόβατα του πιο φανατικού εχθρού τους, του αρχιτσέτη Σουλεϊμάν Κάλφα. Γεμάτος οργή εκείνος για την αποκοτιά τούτη των γκιαούρηδων, αποφάσισε να εκδικηθεί και περιμένοντας την κατάλληλη ευκαιρία, μάζεψε μετά ένα μήνα όλους τους τσέτες του και πήρε τον δρόμο προς τη Σάντα.
Γεώργιος  Πηλείδης του Θεοδώρου
   Ζουρνατζάντων Σαντάς
 (1891- 14/04/1972)

                             

Επρόκειτο να περάσει η «πόστα*» των Σανταίων. Νύχτα έπιασαν οι τσέτες μερικά χαρακώματα σε μια τοποθεσία που λεγόταν Κιμισλή, κρύφτηκαν εκεί και περιμένανε.
Κάθε φορά που ανέβαινε η «πόστα» απ' την Τραπεζούντα ξεκινούσαν μερικοί αρματωμένοι απ' τη Σαντά για να την συνοδέψουν μέχρι το χωριό και να την προστατέψουν απ' τις επιθέσεις των τσετέδων. 
Έτσι, ξεκινήσανε και τούτη τη φορά αρκετοί, κι άλλοι απ' αυτούς ανέβηκαν προς την τοποθεσία Κατσιάλια κι' άλλοι, οι περισσότεροι, προς το Κιμισλή, γιατί από εκεί επρόκειτο να περάσει η πόστα. Βλέποντας όμως μέσα στα χαρακώματα κινούμενες σκιές, κατάλαβαν ότι τα είχαν πιάσει οι Τούρκοι κι' αμέσως ταμπουρωθήκανε κι' εκείνοι κι' άρχισε το τουφεκίδι. Στ' αριστερά των ανταρτών βρισκόντουσαν και άλλα χαρακώματα που έπρεπε να τα πιάσουν κι' αυτά για να μη κυκλωθούν απ' τούς τσέτες.
Κάμποση ώρα κράτησε η μάχη όπου σκοτώθηκε ο Ευστάθιος Πιστοφίδης που όρμησε να  χωθεί σ' ένα χαράκωμα χωρίς να ξέρει ότι μέσα εκεί βρισκόντουσαν Τούρκοι. Ακούγοντας από μακριά τον αντίλαλο της μάχης οι Τσιριπαντέοι τρέξανε σε βοήθεια κι' άρχισαν να χτυπάνε τους Τούρκους με μανία, κυκλώνοντας τα χαρακώματα που κρατούσαν. Έτσι γενικεύθηκε η συμπλοκή και κράτησε όλη τη μέρα, με πολλούς τραυματισμένους Τούρκους κι' ένα σκοτωμένο.
Στο μεταξύ, προσθέτει ο αφηγητής, η πόστα  έφτανε στο Κιμισλή. Το προβάδισμα το είχε ο Περικλής Κουφατσής, που προχωρούσε πολύ μπροστά μονάχος του, για ν' ανιχνεύσει το έδαφος και να ειδοποιήσει την «πόστα» για τους τυχόν κινδύνους. Δυστυχώς, όμως, έπεσε στην ενέδρα των Τούρκων και σκοτώθηκε. Την ίδια στιγμή γινόταν στα Κατσιάλια μεγάλη συμπλοκή των οπλιτών της Σαντάς με αρκετούς Τούρκους που είχαν αποσπασθεί απ' την ομάδα του Σουλεϊμάν Κάλφα, έχοντας εντολή απ' τον αρχηγό τους ν' απασχολήσουν τους οπλίτες μας στην παραπάνω τοποθεσία για να πετύχουν οι άλλοι το σκοπό τους στο Κιμισλή. Η πόστα σαν άκουσε τον κρότο της μάχης κατάλαβε κι άλλαξε δρόμο και μέσω του λόφου Τσιφίνια έφτασε στο χωριό.
Μέχρι αργά τη νύχτα συνεχίστηκε η μάχη στα χαρακώματα του Κιμισλή κι' οι Τούρκοι παρά τους πολλούς τραυματισμένους τους κρατούσαν, σχεδόν κυκλωμένοι απ' τους Τσιριπαντέους, που δεν σταματούσαν να τους χτυπάνε.
 Αλλά το κρύο  ήταν κι' όλας ανυπόφορο στα μέρη εκείνα κι Έλληνες αντάρτες δεν μπόρεσαν ν' αντέξουν περισσότερο, χαλάρωσαν τα χτυπήματά τους κι οι τσέτες κατάφεραν να φύγουν.
Ύστερα από λίγες μέρες, οι αντάρτες έχοντας συναντήσει τρεις Τούρκους οπλισμένους στην ίδια θέση με αρχηγό τον Χάμτσο, τους σκοτώσανε για εκδίκηση των δικών τους σκοτωμένων.

η συνοδεία, δηλαδή, που κατέβαινε στην Τραπεζούντα για να φέρει τρόφιμα και άλλα είδη για τις ανάγκες του πληθυσμού.