Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010

Η γη των Μυθων

Στα παράλια της άξενης θάλασσας που εκτείνεται πέρα από τα στενά του Βοσπόρου, Έλληνες πριν από σχεδόν 3.000 χρόνια έχτισαν φιλόξενες πολιτείες-κιβωτούς του πολιτισμού τους στο διάβα των αιώνων.
Στα δαντελωτά ακρογιάλια της βόρειας Μ. Ασίας οι μυθολογικοί τους ήρωες όπως ο Φρίξος και ο Ιάσων, εκφραστές του ανήσυχου ελληνικού πνεύματος, αναζήτησαν περιπέτειες, δόξα και πλούτο.
Οι απαρχές της ελληνικής παρουσίας στον Πόντο πρέπει να αναζητηθούν κατά τη β΄ φάση του ελληνικού αποικισμού τον 8ο-7ο αιώνα π.Χ. Πρώτοι οι κάτοικοι της ιωνικής Μιλήτου ίδρυσαν αποικίες στα παράλια του Εύξεινου Πόντου.
Οι πηγές ανάγουν την ίδρυση πόλεων όπως η Σινώπη, η Αμισός, η Κύτωρος, η Κερασούντα και η Τραπεζούντα, στα μέσα του 8ου αιώνα π.Χ., αν και τα αρχαιολογικά ευρήματα στις περιοχές αυτές υποδηλώνουν ελληνική παρουσία και εγκαταστάσεις κατά ένα ή ενάμιση αιώνα παλαιότερες.
Πρώτη ιδρύθηκε από τη Μίλητο η Σινώπη και έγινε μητρόπολη για όλες σχεδόν τις άλλες αποικίες. Εξαίρεση αποτελεί η Αμισός, που συνοικίστηκε από Μιλήσιους και Αθηναίους.



Η Τραπεζούντα αποικίστηκε το 756 π.Χ. Η επιλογή των νέων αποικιακών εγκαταστάσεων έγινε με βάση κυρίως τις εμποροναυτικές δυνατότητες που παρείχαν, γεγονός που σημάδεψε το γενικότερο χαρακτήρα αυτών των πόλεων ως τα νεότερα χρόνια.
Οι πόλεις αυτές ήταν στην αφετηρία ή στο τέρμα ενός μακρού εμπορικού δρόμου που εκτεινόταν ως τα βάθη της Ασίας, και αποτελούσαν κέντρα εμπορίου με το εσωτερικό της Μικράς Ασίας, με τους λαούς των παραλίων του Εύξεινου Πόντου και με τους Έλληνες της μητροπολιτικής Ελλάδας.
Το γεγονός αυτό συχνά προκαλούσε επιθετικές ενέργειες εκ μέρους των γειτονικών βαρβαρικών φύλων. Στους κλασικούς χρόνους, την εποχή του Κύρου του Μεγάλου (μέσα 6ου αιώνα π.Χ.), η περιοχή ήταν γνωστή ως «Καππαδοκία Ή προς Πόντον».
Παρόλο που ο Πόντος γρήγορα, όπως κι η υπόλοιπη Μικρά Ασία, μετατράπηκε σε περσική σατραπεία με εκτεταμένη αυτονομία, συνέχισε να διατηρεί αδιάσπαστο τον κατεξοχήν ελληνικό χαρακτήρα του. Η ελληνική γλώσσα και γενικότερα η ανωτερότητα του πολιτισμού των Ελλήνων σε σχέση με τους συνοικούντες λαούς συνέβαλαν αποφασιστικά στην απόκρουση των επιθέσεων των βαρβαρικών ιθαγενών φύλων.
Εκεί γεννήθηκε τον 4ο αιώνα π.Χ. ο κυνικός φιλόσοφος Διογένης, και εκεί οι «μύριοι» του Ξενοφώντα βρήκαν το 401 π.Χ. φιλόξενο καταφύγιο μετά τις οδυνηρές περιπέτειες τους στην Περσία.
Οταν δε στα 301 π.Χ. ο Μιθριδάτης Α΄, ο ιδρυτής της φιλελληνικής δυναστείας των Μιθριδατιδών (302-63π.Χ.), δημιούργησε το δικό του κράτος στην περιοχή, στήριξε την πολιτική του εξουσία πάνω κυρίως στο ελληνικό στοιχείο.
Ελληνες κατέλαβαν όλες τις καίριες θέσεις του βασιλείου του και η ελληνική παιδεία ήταν το κυρίαρχο μέσο για την σταδιοδρομία στην κρατική διοίκηση.
Αλλά κι οι Ρωμαίοι, μετά την κατάληψη της περιοχής το 63 π.Χ. από τον Πομπήιο, οι οποίοι γνώριζαν τη μεγάλη στρατηγική σημασία του Πόντου, εξόπλισαν την περιοχή με λιμενικά έργα στις παράλιες πόλεις και κυρίως την Τραπεζούντα, ιδρύοντας έτσι ισχυρές ναυτικές βάσεις για τον εφοδιασμό των λεγεώνων τους στην Ασία.
Από τον Νέρωνα (54-68μ.Χ.) και μετά, όλοι οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες χρησιμοποίησαν τον Πόντο ως ορμητήριο κατά των Περσών και των Πάρθων.


 Η ΧΑΛΔΙΑ
Ο πρώιμος εκχριστιανισμός του Πόντου από τις αρχές του 3ου αιώνα μ.Χ. συνετέλεσε στον μεγαλύτερο εξελληνισμό της περιοχής. Την ίδια εποχή, έζησε και μαρτύρησε κι ο τοπικός άγιος και πολιούχος της Τραπεζούντας Ευγένιος, αφού πρώτα γκρέμισε τα είδωλα του Μίθρα στο ιερό του όρους Μίθριον στα ανατολικά της πόλης.
Ο Αννιβαλιανός, ανεψιός του Μ. Κωνσταντίνου διορίστηκε το 385 μ.Χ. ηγεμόνας στην περιοχή. Αργότερα, τον 6ο αιώνα μ.Χ., ο στρατηγός Βελισάριος θα εφορμήσει κατά των Περσών με αφετηρία τον Πόντο.
Κατά τη βυζαντινή περίοδο, σημαντικότατο ρόλο για την ανάπτυξη της περιοχής έπαιξε το γεγονός ότι ο Πόντος έμεινε πιστός στην ορθόδοξη παράδοση και δεν επηρεάστηκε από τα μονοφυσιτικά κηρύγματα της γειτονικής Αρμενίας.
Ιδρύθηκαν μεγάλης θρησκευτικής και λατρευτικής σημασίας ορθόδοξα κέντρα, όπως η Παναγία η Χρυσοκέφαλος κι η μονή της Παναγίας Σουμελά. Με τον τρόπο αυτό ο Πόντος κατάφερε να ενσωματωθεί ομαλά στη βυζαντινή αυτοκρατορία και να παραμείνει για αιώνες μια ακμάζουσα βυζαντινή επαρχία.
Η γειτνίαση με του διαφόρους λαούς της Ανατολής, Ίβηρες, Αβαζγούς, Αρμένιους, Πέρσες, Αραβες, έκανε συχνά πολλούς βυζαντινούς αυτοκράτορες, όπως ο Βασίλειος Β΄ (976-1025), να δείξουν επισταμένο ενδιαφέρον για την οργάνωση και την άμυνα αυτής της σημαντικής «άκρας» της αυτοκρατορίας.
Οι δε επαρχίες του Πόντου εντάχθηκαν από πολύ νωρίς στο διοικητικό σύστημα των θεμάτων και αποτέλεσαν το θέμα Χαλδίας και τμήματα του θέματος Κολωνείας και Θεοδοσιουπόλεως. Πριν το τέλος, όμως, του 11ου αιώνα, ο Πόντος και ιδιαίτερα το θέμα Χαλδίας είχε ουσιαστικά ξεφύγει από τον βυζαντινό έλεγχο.
Αυτό δεν οφείλεται μόνο στη ραγδαία εξάπλωση του σελτζουκικού σουλτανάτου του Ικονίου στην κεντρική Μικρά Ασία, που παρεμπόδιζε την ελεύθερη επικοινωνία της Κωνσταντινούπολης με τις ανατολικές επαρχίες, αλλά και στην εμφάνιση ντόπιων ποντιακών δυναμικών παραγόντων, έτοιμων να αμφισβητήσουν την αυτοκρατορική εξουσία στην περιοχή.
Ένας τέτοιος παράγοντας ήταν η τραπεζουντιακή οικογένεια των Γαβράδων, ο γόνος της οποίας Θεόδωρος Γαβράς, λαμπρυνόμενος από τον τίτλο του σωτήρα του Πόντου από τη τουρκική απειλή, προσπάθησε μετά το 1075 να διοικήσει αυτόνομα την περιοχή από τη Τραπεζούντα ως την Κολωνεία και το Παϊπέρτ, γεγονός που τον έφερε σε ευθεία ρήξη με την Κωνσταντινούπολη.
Οι απόγονοι του Θεόδωρου Γαβρά, ο Γρηγόριος, ο Κωνσταντίνος κ.ά., κράτησαν στα χέρια τους την τύχη της περιοχής μέχρι την εποχή που ο Ιωάννης Β΄ Κομνηνός (1118-1142) αποκατέστησε τη βυζαντινή εξουσία, και την επανέφερε στο πλαίσιο της βυζαντινής θεματικής διοίκησης.
Όμως η λαϊκή μούσα είχε προλάβει να ψάλει τον Κωνσταντίνο Γαβρά για την πολεμική ανδρεία και τα ηρωικά του κατορθώματα. Τα ιστορικά αυτά άσματα αποτελούν, ύστερα από τα ακριτικά, την πιο παλιά λαϊκή δημιουργία στο είδος τους. Η εδραίωση της πολιτικής, στρατιωτικής και διπλωματικής παρουσίας της βυζαντινής αυτοκρατορίας στην περιοχή αργότερα, από τον Μανουήλ Α΄ Κομνηνό (1143-1180), συνέδεσε την περιοχή στενότατα με τον αυτοκρατορικό οίκο των Κομνηνών.
Είναι σίγουρο ότι η Χαλδία, όπως κι όλη η μικρασιατική ακτή του ανατολικού Πόντου, βοήθησε στην ανάρρηση του Ανδρόνικου Α΄ Κομνηνού (1183-1185) στο βυζαντινό θρόνο, αφού ο ίδιος είχε παλιότερα ασκήσει στην περιοχή καθήκοντα στρατιωτικού διοικητή


Η ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΚΟΜΝΗΝΩΝ
Το επίσημο χρονολογικό ορόσημο της ίδρυσης της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας θεωρείται το έτος 1204, όταν οι δύο αδελφοί Αλέξιος και Δαβίδ Κομνηνός κατέλαβαν την πόλη της Τραπεζούντας. Η επιλογή του χώρου δεν υπήρξε τυχαία αλλά μάλλον επιτυχής.
Η άμυνα από εξωτερικούς εχθρούς ήταν δυνατή μιας και η περιοχή ήταν απομονωμένη και γεωγραφικά σχεδόν κλειστή. Ο εμπορικός δρόμος της Τραπεζούντας προς την Ταυρίδα είχε τεράστια οικονομική σημασία, κυρίως λόγω των υψηλών τελωνειακών εσόδων που προσέφερε.
Ο πληθυσμός, σχεδόν εξολοκλήρου ελληνικός ή εξελληνισμένος, ήταν ορθόδοξος με στενότατους δεσμούς με το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης. Οι αυτοκράτορες που εξουσίασαν τον Πόντο ανήκαν όλοι στην ίδια οικογένεια που προήλθε άμεσα από τον βυζαντινό αυτοκράτορα Ανδρόνικο Α΄ Κομνηνό.
Από την αρχή πήραν την ονομασία Μεγάλοι Κομνηνοί που σήμαινε ότι αυτοί μόνο ήταν άμεσοι απόγονοι του αυτοκρατορικού οίκου των Κομνηνών. Το κράτος των Μεγάλων Κομνηνών εκτεινόταν σε αρκετά μεγάλη έκταση δυτικά και ανατολικά της Τραπεζούντας.
Ειδικά μετά τη νίκη του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Α΄ Γίδωνος (1222 - 1235) κατά του Σελτζούκου σουλτάνου Μελίκ το 1223, η εξουσία του απλώθηκε από τη Σινώπη ώς τα σύνορα με τη Λαζική ενώ στο νότο έφτανε ώς την Κολωνεία.
Το διαμετακομιστικό εμπόριο υπήρξε, όπως και παλιότερα, η βασική πηγή οικονομικής ανάπτυξης για όλη αυτήν την περιοχή. Για το λόγο αυτό, η περιοχή από νωρίς προσείλκυσε το ενδιαφέρον μεγάλων εμποροναυτικών δυνάμεων της Δύσης (Γένουα, Βενετία) αλλά κι αύξησε τις ληστρικές διαθέσεις των Σελτζούκων Τούρκων.
Ο 14ος αιώνας βρήκε την αυτοκρατορία της Τραπεζούντας να δοκιμάζεται έντονα τόσο από τους εξωτερικούς εχθρούς που καιροφυλακτούσαν, όσο κυρίως από εσωτερικές έριδες που οδήγησαν σε εμφύλια σύγκρουση. Η υποβόσκουσα διαμάχη μεταξύ των αριστοκρατικών φατριών του Πόντου δεν άργησε να ξεσπάσει αμέσως μετά το θάνατο του αυτοκράτορα Βασιλείου (1332-1340).
Η Τραπεζούντια αριστοκρατία αντιπροσωπευόταν από τους Σχολαρίους και τους Αμυντζανταράντες. Η κατάσταση εξομαλύνθηκε κάπως με την ανάρρηση του Ιωάννη Γ΄ (1342 - 1344), οπότε κι η ομάδα των Σχολαρίων τελικά επικράτησε. Τα πράγματα πάλι εκτραχύνθηκαν επί Μιχαήλ (1344-1349).
Κάτω από τη λαϊκή αντίδραση, που υποκινείτο από τους Αμυτζανταράντες, ο αυτοκράτορας αναγκάστηκε να παραχωρήσει το θρόνο στον Αλέξιο Γ΄, γιο του Βασιλείου. Χάρη στον αυτοκράτορα αυτόν, ο Πόντος γνώρισε σημαντική πολιτιστική ανάπτυξη.
Οι διάδοχοι του Αλεξίου Γ΄, το 15ο αιώνα, ασχολήθηκαν περισσότερο με τον έλεγχο της δράσης των ιταλικών ναυτικών πόλεων (Βενετία-Γένουα) μέσα στην αυτοκρατορία τους. Αν όμως ο ιταλικός κίνδυνος αντιμετωπιζόταν χλιαρά εξαιτίας του πρόσκαιρου αποικιακού χαρακτήρα του, ο οθωμανικός κίνδυνος φάνταζε σημαντικότερος.
Η συμφωνία που πέτυχε στα 1442 ο Αλέξιος Δ΄ με τους Οθωμανούς δεν εμπόδισε τους τελευταίους να επιτεθούν κατά της Τραπεζούντας την εποχή του Ιωάννη Δ΄ (1446-1458). Αν κι η απόκρουση του εχθρού ήταν αυτή τη φορά επιτυχής, το τέλος ήταν πολύ κοντά.
Στα 1461, ο Μωάμεθ ο Πορθητής πολιόρκησε και κατέλαβε την πόλη της Τραπεζούντας σβήνοντας έτσι από το χάρτη την τελευταία ελληνική γωνιά που επιβίωσε και μετά την πτώση της Βασιλεύουσας.
1697: Ευξεινος Ποντος

Η οθωμανική κυριαρχία
Μετά την κατάληψη της Τραπεζούντας (1461) η ουδέτερη και μάλλον ευμενής συμπεριφορά των Οθωμανών σουλτάνων έναντι των Ελλήνων του Πόντου εξηγείται κυρίως από το μεγάλο ενδιαφέρον του οθωμανικού κράτους για τα ανατολικά του σύνορα, αφού οι πόλεμοι κατά της Περσίας συνεχίστηκαν για δύο ακόμα αιώνες.
Τη περίοδο αυτή διαδέχτηκε η σκληρή Τουρκοκρατία εκ μέρους των τοπικών Οθωμανών τιμαριούχων (ντερεμπέηδων). Παρά την επίσημη διοίκηση της περιοχής από τον πασά της Τραπεζούντας, οι ντερεμπέηδες προέβησαν σε αυθαιρεσίες και επέδειξαν τυραννική στάση απέναντι στο ντόπιο ελληνικό στοιχείο, τουλάχιστον ως τα μέσα του 19ου αιώνα.

Η ενδυμασία, η υπόδηση, η πρόσβαση σε δημόσιους χώρους και όλες ουσιαστικά οι πτυχές της καθημερινής ζωής των Ελλήνων ραγιάδων προσδιορίζονταν σύμφωνα με τις επιθυμίες του Οθωμανού κατακτητή. Πολλοί Ελληνες του Πόντου αναγκάστηκαν τότε είτε να μεταναστεύουν προς τη μεσημβρινή Ρωσία και τον Καύκασο, είτε να μετοικήσουν στην ενδοχώρα, που παρείχε κάποια ελευθερία και ασφάλεια.
Πόλος έλξης υπήρξαν οι μεταλλοφόρες περιοχές, οι εμινέδες, της Χαλδίας και ιδιαίτερα της Αργυρούπολης, που υπάγονταν απευθείας στην κεντρική εξουσία, γεγονός που περιόριζε τις έξωθεν επεμβάσεις και αυθαιρεσίες. Το 1520 ο ελληνικός πληθυσμός του Πόντου υπολογίζεται σε 180.000.
Ως τα μέσα του 17ου αιώνα, παρά τις αντίξοες συνθήκες ο πληθυσμός αυτός γνώρισε αύξηση της τάξης του 30%. Μετά το 1750, ο εξισλαμισμός προκάλεσε την κατά 50% μείωση του συνολικού ελληνικού πληθυσμού, αλλά και τον τριπλασιασμό των κατοίκων της ενδοχώρας.
Οι μετακινήσεις πληθυσμών μεταξύ των παραλίων και της ενδοχώρας, την περίοδο 1650-1800, συνέβαλαν αποφασιστικά στην διάσωση του ελληνικού στοιχείου. Μετά το 1840, η Υψηλή Πύλη φάνηκε κάπως πιο ανεκτική στις δραστηριότητες των ραγιάδων.
Οι επανειλημμένες φιλελεύθερες διακηρύξεις του οθωμανικού κράτους (Τανζιμάτ 1839) περιόρισαν βέβαια τις επεμβάσεις στη ζωή των Ελλήνων από το επίσημο κράτος, όχι όμως κι από ανεπίσημους παράγοντες του. Ο ελληνικός πληθυσμός στην περιοχή από 260.000 το 1865, έφτασε περίπου τις 600.000 κατοίκους το 1909.
Στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, που συνδέονται με το κίνημα των Νεότουρκων, την αφύπνιση του τουρκικού εθνικιστικού φρονήματος, αλλά και τις προσπάθειες των Ελλήνων του Πόντου μέσα από ένοπλες ή διπλωματικές ενέργειες να πετύχουν είτε την ένωση με την Ελλάδα είτε την αυτοδιάθεση, εφαρμόστηκε μια ολόκληρη σειρά βίαιων μέτρων (εξορίες, δημεύσεις περιουσιών, καταναγκαστική εργασία, εκτελέσεις), που οδηγούσαν στον αφανισμό.
Ειδικά ο εξισλαμισμός κατά την οθωμανική περίοδο ξεκίνησε από τα πρώτα χρόνια της κατάκτησης. Αρχικά, δεν διενεργείται με κρατική πρωτοβουλία πλην ελαχίστων εξαιρέσεων αμέσως μετά την κατάληψη της Τραπεζούντας (1461). Όμως τα δεινά που επισώρευσε στην περιοχή η περίοδος 1650-1840 προώθησαν τον εξισλαμισμό σε ολόκληρο τον Πόντο, γεγονός που προκάλεσε και μείωση των χριστιανικών επισκοπών της περιοχής.
Περιοχές δυτικά της Τραπεζούντας και στην κοιλάδα του Όφη εξισλαμίστηκαν σε μεγάλο βαθμό. Πολλοί όμως διατήρησαν κρυφά τη χριστιανική τους πίστη, της οποίας τη λατρεία συνέχισαν να τηρούν με σεβασμό μυστικά.
Η αντίσταση του ελληνικού στοιχείου στο βίαιο εξισλαμισμό φανερώνεται κι από τα αναρίθμητα παραδείγματα νεομαρτύρων, όπως του Ιορδάνη του Τραπεζούντιου (1650), του Συμεών του Τραπεζούντιου (1653), του Παρασκευά (1659) και πλήθος άλλων, που μαρτύρησαν για τον εθνισμό και τη θρησκεία τους.



ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΟΥΜΕΛΑ
Το ιερότερο προσκύνημα της ποντιακής γης, φάρος ακτινοβολών Ορθοδοξία και Ελληνισμό ήταν ανέκαθεν η μονή της Παναγίας στο όρος Μελά, νότια της Τραπεζούντας. Η παράδοση θέλει δύο Αθηναίους μοναχούς, το Βαρνάβα και το Σωφρόνιο, να φτάνουν στα βουνά του Πόντου, και με θαυματουργική παρέμβαση η Παναγία να τους επιδεικνύει το χώρο στον οποίο βρισκόταν η εικόνα της Παναγίας της Αθηνιώτισσας, έργο του Ευαγγελιστή Λουκά.
Το μοναστήρι πρέπει να ιδρύθηκε γύρω στο 10ο αιώνα, ύστερα από επιδρομή Σαρακηνών στην Αθήνα, οπότε χρειάστηκε να φυγαδευτεί η εικόνα της Παναγίας της Αθηνιώτισσας μακριά. Η μονή κτίστηκε στο κοίλωμα ενός κάθετου βράχου και δεσπόζει μετέωρη στα μάτια του προσκυνητή. Από το 1860 λειτουργούσε και τετραώροφος ξενώνας με 72 δωμάτια και άλλους χώρους.
Η ύδρευση της μονής εξασφαλιζόταν από το αγίασμα που ανάβλυζε με θαυματουργό τρόπο μέσα από το βράχο. Οι θεραπευτικές του ιδιότητες, μάλιστα, ήταν ο λόγος που πολλοί, όχι μόνο χριστιανοί, αλλά και μουσουλμάνοι, ζητούσαν τη χάρη της Παναγίας.
Ο πλούτος που σταδιακά συγκέντρωσε η μονή είτε από προσκυνητές, είτε κυρίως από γενναίες χορηγίες των Μεγάλων Κομνηνών της Τραπεζούντας, συχνά ήταν ο λόγος για τις ληστρικές επιθέσεις που δεχόταν. Αργότερα και σουλτανικά φιρμάνια και πατριαρχικά σιγίλλια επιβεβαίωσαν τα προνόμια που κατά καιρούς είχε αποκτήσει η μονή.
Το 1922, οι Τσέτες εισέβαλαν στη μονή, λεηλάτησαν τα κειμήλια της και την ερήμωσαν. Σήμερα χάσκει μνημείο εγκαταλελειμμένο στα χτυπήματα του χρόνου. Αλλα σημαντικά μοναστήρια στον Πόντο ήταν αυτό του Αγίου Ιωάννη της Βαζελώνος και του Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα.Το πρώτο κτίστηκε κατά παράδοση το 270 μ.Χ. και απέκτησε ιδιαίτερη φήμη στα χρόνια της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας (1204-1461). Στα αρχεία του βρίσκονταν αυτοκρατορικά χρυσόβουλλα και πλήθος άλλων πολύτιμων εγγράφων, που Ρώσοι λεηλάτησαν το 1916, όταν κατέλαβαν τον Πόντο.
Η δεύτερη ιδρύθηκε το 752, όταν κατά παράδοση τρία περιστέρια οδήγησαν τρεις ασκητές από τα Σούρμενα στην περιοχή. Πάνω στους γυμνούς κι απόκρημνους βράχους της περιοχής, οι ασκητές έκτισαν τα καταλύματα τους, που εξελίχθηκαν σε μια σημαντική μονή με πλούσιο φιλανθρωπικό έργο στη γύρω περιοχή αλλά και με μια πολύτιμη σε έγγραφα βιβλιοθήκη.



 Ερείπια Ιερας μονης Αγιου Γεωργιου Περιστερεωτα

Γενικότερα, η Εκκλησία στον Πόντο ήταν ο προστάτης των χριστιανών από το οθωμανικό κράτος. Κάθε μητροπολίτης, επίσκοπος ή αρχιερατικός επίτροπος προήδρευε στα κοινοτικά, επαρχιακά και ενοριακά συμβούλια των ελληνικών κοινοτήτων, αντιμετωπίζοντας καθημερινά δυσεπίλυτα διοικητικά και οικονομικά προβλήματα.
Ο μητροπολίτης Τραπεζούντας, όπως ήταν αποδεκτό από το τουρκικό κράτος, είχε την ηγεσία των χριστιανών της μητρόπολής του. Τον 20ο αιώνα, συχνά παρενέβαινε για να σώσει Έλληνες από τα διαβόητα τάγματα εργασίας. Την ηγετική θέση, για παράδειγμα, του μητροπολίτη Χρύσανθου στην επαρχία του παραδέχθηκαν και οι Τούρκοι και οι Ρώσοι, όταν κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου σ αυτόν ανέθεσαν διαδοχικά τη διοίκηση της επαρχίας Τραπεζούντας.
Στα γράμματα και την εκπαίδευση, επίσης, η προσφορά της Εκκλησίας ήταν μεγάλη, αφού οι μονές υπήρξαν και σχολεία. Στην Τραπεζούντα το πρώτο Φροντιστήριο (1682) στεγάστηκε σε μετόχι μονής ενώ οι δάσκαλοι ήταν πολύ συχνά ιερωμένοι.

Η εξέγερση τουρκικών στρατιωτικών τμημάτων στη Μακεδονία τον Ιούλιο του 1908 έφερε δυναμικά στο προσκήνιο μια νέα πολιτική ομάδα, τους Νεότουρκους. Ηγετικό στέλεχος τους ήταν ο Μουσταφά Κεμάλ, γνωστός στους συνωμοτικούς κύκλους των Νεότουρκων με το ψευδώνυμο «Γκρίζος Λύκος».
Το κόμμα τους («Ενωση και Πρόοδος») προχώρησε γρήγορα (Απρ. 1909) στην αντικατάσταση του λαομίσητου σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ και κυβέρνησε τη χώρα με βασική πολιτική την αποδέσμευση από την οικονομική εξάρτηση των δυτικών Μ. Δυνάμεων, αλλά κυρίως την αφομοίωση των μειονοτήτων και τη συγκρότηση εθνικού κράτους. Και γι αυτό αντέταξαν το σύνθημα «η Τουρκία στους Τούρκους» παραβλέποντας την παρουσία Ελλήνων, Αρμενίων, Κούρδων, που κατά τις εκτιμήσεις των Τούρκων ήταν αμελητέες μειονότητες.
 Από το 1908 ως το 1920, η Οθωμανική Αυτοκρατορία απογυμνώθηκε από το μεγαλύτερο μέρος των ευρωπαϊκών, ασιατικών και αφρικανικών εδαφών της. Στην Ευρώπη, απώλεσε το 1908 τη Βοσνία και την Ερζεγοβίνη και τη βουλγαρική ηγεμονία, το 1913 την Αλβανία και την Κρήτη και το 1920 την Α. Θράκη. Από το 1910, οι Αραβες ήταν σε συνεχή εξέγερση που οδήγησε το 1918 στη δημιουργία γαλλικού και αγγλικού προτεκτοράτου στη Συρία και την Ιορδανία αντίστοιχα.
Το 1911, η Ιταλία κατέλαβε την Κυρηναϊκή ενώ την επόμενη χρονιά προσάρτησε τα Δωδεκάνησα. Το 1920, η συνθήκη των Σεβρών επισφράγισε το ξεφλούδισμα της «ανατολικής αγκινάρας» με το διαμελισμό της Μ. Ασίας μεταξύ Αγγλων, Γάλλων, Ιταλών και Ελλήνων. Ουσιαστικά όμως το πρόβλημα των μειονοτήτων παρέμενε άλυτο, γιατί υπήρχαν ακόμα οι πολυάριθμες μειονότητες των Ελλήνων της Μ. Ασίας και του Πόντου, οι Αρμένιοι κ.α.
Από τις αρχές του 1914, η γερμανική στρατιωτική αποστολή στην Κωνσταντινούπολη «αποφάνθηκε» ότι οι ελληνικοί πληθυσμοί της Μ. Ασίας δεν ενέπνεαν εμπιστοσύνη σε περίπτωση στρατιωτικής εμπλοκής της Τουρκίας με τις Δυτικές Δυνάμεις, και γι αυτό έπρεπε να μετακινηθούν τουλάχιστον σε βάθος 200 χλμ. στο εσωτερικό της Ανατολίας.
Ετσι, πολύ σύντομα εφαρμόστηκαν στους Έλληνες τακτικές που οι Τούρκοι είχαν ήδη χρησιμοποιήσει με γερμανική υπόδειξη το 1895-96 και 1905-07 κατά των Αρμενίων προκαλώντας τότε 400.000 θύματα. Η κήρυξη του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου και η συμμετοχή της Ελλάδας σ' αυτόν επέτρεψε στη Τουρκία να εγκαταλείψει τα προσχήματα και να επιδοθεί απροκάλυπτα στη μαζική εξόντωση των Ελλήνων.
Οι πιο συνηθισμένες τακτικές που εφάρμοσαν οι Τούρκοι ήταν είτε να επιστρατεύουν τους Μικρασιάτες Ελληνες και να τους στέλνουν στο μακεδονικό μέτωπο για να πολεμούν κατά του ελληνικού στρατού, είτε να απολύουν και να φυλακίζουν Ελληνες που κατείχαν θέσεις στη δημόσια διοίκηση, είτε να επιβάλλουν βαρύτατα οικονομικά μέτρα κυρίως με τη μορφή εκτάκτων εισφορών, ώστε να πλήξουν την οικονομική τους ευμάρεια.
Το χειρότερο απ' όλα ήταν ο μαζικός εκτοπισμός του ανδρικού πληθυσμού στα τάγματα εργασίας στην Ανατολία, αφού πρώτα τους επέβαλαν σε βασανιστήρια και μακρά και πολυήμερη πεζοπορία σε δύσβατες περιοχές, ώστε να πεθάνουν από τις κακουχίες πριν καν φτάσουν στον προορισμό τους.
Μα και για όσους τελικά έφταναν στα τάγματα εργασίας η ζωή δεν ήταν καλύτερη. Δωδεκάωρη καθημερινή εργασία σε λατομεία, λιγοστή τροφή και αθλιότατα καταλύματα συνέθεταν το σκηνικό. Ο λόγος δεν φτάνει να περιγράψει τη φρίκη και το δράμα.
Ο Χρ. Νεράντζης διηγείται ότι κατά την πορεία των κατοίκων του Πουλαντζάκη στον Πόντο προς τα στρατόπεδα εργασίας μια μάνα πέφτει εξαντλημένη. Οι συνοδοί θέλουν να την αφήσουν να πεθάνει. Ενα 15χρονο αγόρι πετιέται. «Θα την κουβαλήσω εγώ», λέει. «Είναι μάνα μου».
Το βαρύ φορτίο όμως γίνεται γρήγορα ασήκωτο για το αδύνατο αγόρι. Πέφτει κι αυτό κάτω.  Οι συνοδοί το μαστιγώνουν. Αυτό κλαίει. Το αναγκάζουν να σύρει τη μάνα του 100 μέτρα έξω από το δρόμο, και να την αφήσει να πεθάνει. Ύστερα το οδηγούν πάλι στη φάλαγγα. Το βράδυ το μικρό αγόρι το σκάει.
Γύρισε πίσω στη μάνα του; Πέθαναν μαζί; Τους έφαγαν οι λύκοι; Κανείς δεν ξέρει... Τέτοιες ιστορίες υπάρχουν εκατοντάδες. Η αντίσταση Μετά τη γενική επιστράτευση που κήρυξε η Τουρκία ως σύμμαχος της Γερμανίας στις 21 Ιουλίου 1914 εισερχόμενη στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Ελληνες του Πόντου επιστρατεύτηκαν κι αυτοί, αλλά όχι για να σταλούν στα πολεμικά μέτωπα.
Στρατεύσιμοι άνδρες 20-45 ετών απομακρύνθηκαν αναγκαστικά από τα σπίτια τους, αφοπλίστηκαν ως ύποπτοι μετά την κατάρρευση του ρωσοτουρκικού μετώπου, αντιμετωπίστηκαν με εχθρότητα από τους Τούρκους αξιωματικούς και αποστάλθηκαν στα εργατικά τάγματα (αμελέ ταμπουρού).
Ακόμα κι οι μη στρατεύσιμοι δεν εξαιρέθηκαν απ αυτήν την τελευταία πρακτική, ιδιαιτέρως μετά την κατάληψη της Τραπεζούντας από τους Ρώσους στις 5 Απριλίου 1916. Ο κίνδυνος της φυσικής εξόντωσης ανάγκαζε συχνά τους πλούσιους Ελληνες να πληρώνουν ειδικό χρηματικό ποσό («πετέλι») 20 χρυσών λιρών, ενώ οι πιο φτωχοί κατέφευγαν στα βουνά.
Κοντά στους τελευταίους, προστέθηκαν κι όσοι λιποτακτούσαν από τον τουρκικό στρατό εξαιτίας των σκληρών συνθηκών. Δημιουργήθηκαν, έτσι, οι πρώτες ανταρτικές ομάδες, που δρούσαν είτε μεμονωμένα είτε σε συνεργασία.
Ο αντάρτικος αγώνας εντοπίζεται κυρίως στον δυτικό Πόντο, στην περιοχή Αμισού και Πάφρας. Αν από τις 183.000 Ελλήνων της Αμάσειας επέζησαν έστω κι οι 50.000, οφείλεται στην προστασία που παρείχαν στον πληθυσμό οι αντάρτες.




Από το 1915 είχε αρχίσει τον αγώνα του κατά των Τούρκων ο Βασίλ-αγας (Βασίλειος Ανθόπουλος) με την ομάδα του, που έγινε ο φόβος κι ο τρόμος των Τούρκων της Αμισού, ενώ η ομάδα του Παντέλ-Αμισού (Παντελή Αναστασιάδη) κατόρθωσε να αντιμετωπίσει στη μάχη του Αγιού-τεπέ (16 Νοε. 1917) χιλιάδες τουρκικού στρατού σε πολυήμερη μάχη.
Σημαντικότατη μάχη έδωσε η ομάδα αυτή και στο Νεμπιένταγ (τέλη 1917) της Πάφρας, όπου αντιμετώπισαν ολόκληρο τουρκικό σύνταγμα άριστα εξοπλισμένο. Όταν εξαντλήθηκαν τα πυρομαχικά τους, προτίμησαν να σκοτωθούν μόνοι τους, παρά να παραδοθούν. Ο Κοτσά-Αναστάς (Αναστάσιος Παπαδόπουλος) το φθινόπωρο του 1921 εξόντωσε 700 Τούρκους στρατιώτες, σε μάχη κατά του Τούρκου στρατηγού Λιβά πασά στο βουνό Τόπσαμ.
Στα τέλη του 1921, το χωριό Δαζλή έγινε θέατρο τρομερών συγκρούσεων μεταξύ των ανταρτών και του στρατηγού Τζεμάλ Τζεβήτ, τον οποίο αποδεκάτισαν οι αντάρτες και με τη βοήθεια του Ιστύλ- αγά. Στον ανατολικό Πόντο, η Σάντα με τους σκληροτράχηλους υπερασπιστές της ανάγκασε τους Τούρκους να της αποδώσουν μια άτυπη μορφή αυτονομίας.
Στη μάχη των Κοπαλάντων, στις 25 Ιαν. 1918, οι Τούρκοι ηττήθηκαν με αποτέλεσμα ως το 1921 να μην ξαναενοχλήσουν την περιοχή. Ο Κεμάλ αποφάσισε τότε να καταστρέψει την περιοχή με πολυάριθμο στρατό.
Ο αρχηγός των ανταρτών Ευκλείδης Κουρτίδης το μόνο που κατάφερε τότε ήταν να σώσει τα γυναικόπαιδα. Αξιόλογες ήταν κι οι ανταρτικές ομάδες του Ευστάθιου Θεοδωρίδη, του Ιορδάνη Τσαρουχωνέτα, του Ιωάννη Κιαγχίδη, του νεαρού παπά Παναγιώτη Μακρίδη και του Δημοσθένη Ευφραιμίδη. Νέο Ζάλογγο έγινε το Σιμικλή της Κερασούντας, όταν οι γυναίκες και τα κορίτσια της περιοχής, καταδιωκόμενες από τους Τούρκους, προτίμησαν να πνιγούν στο ποτάμι παρά να βιασθούν.
Σύμφωνα με ελληνικούς υπολογισμούς, οι αντάρτες ήταν συνολικά 6-7.000. Οι συνθήκες διαβίωσής τους ήταν άθλιες. Καλύβες φτιαγμένες με κλαδιά ή μια σπηλιά ήταν τα συνηθέστερα καταλύματα. Οι σκληρές καιρικές συνθήκες και κυρίως το χιόνι του χειμώνα, εμπόδιζαν την τροφοδοσία τους από τα γύρω χωριά.
Με τον πρωτόγονο οπλισμό τους (μαχαίρια, αξίνες, κ.α.) προσπαθούσαν να προστατεύσουν τα γυναικόπαιδα από τις επιθέσεις των Τούρκων. Αν οι συμπλοκές εξελίσσονταν νικηφόρες, αφαιρούσαν από τους Τούρκους τα όπλα τους.
Αργότερα άρχισαν να τους ενισχύουν με όπλα και οι Ρώσοι. Η απουσία ενιαίας διοίκησης και συντονισμού, η έλλειψη κατάλληλου οπλισμού και τροφίμων, η δυσκολία κινήσεων, αφού σχεδόν πάντα ακολουθούνταν από απροστάτευτα γυναικόπαιδα, και κυρίως η αδιαφορία του ελληνικού κράτους παρά τις εκκλήσεις για βοήθεια, στάθηκαν οι βασικές αιτίες της αποτυχίας του αντάρτικου κινήματος του Πόντου.
Ίσως, αν είχαν εισακουστεί σχετικές υποδείξεις για βοήθεια προς τους αντάρτες του Πόντου ως δύναμη αντιπερισπασμού προς τον Κεμάλ, η μοίρα της Μικράς Ασίας σήμερα να ήταν διαφορετική.


Η Ποντοαρμενική Δημοκρατία
Πριν το πέρας του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου, Ελληνες του Πόντου και της διασποράς άρχισαν να προβάλλουν τις εθνικές τους διεκδικήσεις. Ήδη αντιπρόσωποι ποντιακών οργανώσεων σε συνέδρια τους το Φεβρουάριο του 1918 στη Μασσαλία, και στο Βατούμ τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου, εξέφρασαν ανοικτά το αίτημα για τη δημιουργία ανεξάρτητου Ποντιακού κράτους.
Ο Ελληνας πρωθυπουργός, Ε. Βενιζέλος, έκρινε όμως τα αιτήματα των Ποντίων για ανεξάρτητο κράτος και ακόμη περισσότερο για ένωση με την Ελλάδα, ως ουτοπικά. Αντίθετα πρόκρινε ως πλέον συμφέρουσα τη λύση συνεργασίας του ελληνικού και αρμενικού στοιχείου σε ένα αρμενικό κράτος.
Παρά τη θύελλα αντιδράσεων των ποντιακών οργανώσεων, το Νοέμβριο του 1918 προβλήθηκε η λύση ίδρυσης ενός ποντοαρμενικού κράτους και εκλέχθηκε πενταμελής επιτροπή που θα προωθούσε τη λύση αυτή στο Συνέδριο της Ειρήνης.
Στις 22 Ιαν./4 Φεβ. 1919 ο Βενιζέλος, αποσκοπώντας στην αποτελεσματικότερη προβολή των υπόλοιπων εθνικών διεκδικήσεων, εξέφρασε στο Ανώτατο Συμβούλιο των Συμμάχων την αντίθεσή του για τη δημιουργία Ποντιακής Δημοκρατίας και υποστήριξε την ένταξη της Τραπεζούντας στο αρμενικό κράτος.
Οπως ήταν φυσικό, όμως, προκάλεσε και πάλι τις αντιδράσεις των Ποντίων, που με υπομνήματά τους επαναλάμβαναν το αίτημα της ένωσης με την Ελλάδα ή τουλάχιστον της δημιουργίας «Ελληνικής Δημοκρατίας του Πόντου».
Ταυτόχρονα, οι διώξεις του σοβιετικού καθεστώτος κατά των Ελλήνων της Ν. Ρωσίας εξαιτίας της ελληνικής συμμετοχής στην Ουκρανική Εκστρατεία (1919) ανάγκασαν το Βενιζέλο να αναθεωρήσει κάπως την ποντιακή του πολιτική. Ο μητροπολίτης Τραπεζούντας Χρύσανθος ανέλαβε από τον Απρίλιο του 1919 την εκπροσώπηση των Ποντίων. Πείσθηκε δε να υιοθετήσει την άποψη για ομοσπονδιακό αρμενικό κράτος, όπου θα ίσχυε για τους Ελληνες καθεστώς αυτονομίας.
Στο Συνέδριο της Ειρήνης οι απόψεις του βρήκαν θετική υποδοχή από τις Μ. Δυνάμεις. Αντίθετα, οι εκπρόσωποι των Ποντίων στο Παρίσι, με υπόμνημά τους την 1/14 Μαΐου 1919 στη Συνδιάσκεψη, επέμειναν στη δημιουργία ανεξάρτητης Ποντιακής Δημοκρατίας κάτω από ελληνική ή αμερικανική προστασία.
Ο Βρετανός αρμόδιος, όμως, F. Adam αποφάνθηκε ότι η δημιουργία αυτόνομου κράτους στον Πόντο θα εγκαινίαζε νέα σειρά ποντιακών αξιώσεων για ένωση με την Ελλάδα και επικίνδυνο προηγούμενο για ανάλογες διεκδικήσεις των υπόλοιπων μειονοτήτων. Ο Χρύσανθος, από το Σεπτέμβριο του 1919, άρχισε στην Κωνσταντινούπολη συζητήσεις με Τούρκους ιθύνοντες και αντιπροσώπους του Κεμάλ για την προοπτική αυτονομίας του Πόντου με ισοπολιτεία Τούρκων και Ελλήνων υπό την κηδεμονία της Κοινωνίας των Εθνών.
Τελικά όμως προκρίθηκε η λύση Ποντοαρμενικής ομοσπονδίας και τον Ιανουάριο του 1920 υπογράφηκε σχετική συμφωνία από το μητροπολίτη Χρύσανθο και τον πρόεδρο της Αρμενικής Δημοκρατίας Χατισιάν. Συμφωνήθηκε ακόμη στρατιωτική συνεργασία Ελλάδας και Αρμενίας για την προστασία του Πόντου από τα τουρκικά στρατεύματα.
Η άρνηση όμως των Αγγλων να επιτρέψουν τη συγκρότηση εθνικών ποντιακών ταγμάτων συντέλεσε στην ήττα των Αρμενίων στο Ερζερούμ ( Νοέμβριος 1920), στη συνθηκολόγησή τους με τον Κεμάλ (Δεκέμβριος 1920) και στην εγκατάλειψη του ποντιακού πληθυσμού στο έλεος των τουρκικών στρατευμάτων.

Η σφαγή
Στις 19 Μαΐου 1919 ο Μουσταφά Κεμάλ (Ατατούρκ) αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα με αποστολή να αναλάβει τη διοίκηση δύο σωμάτων στρατού στην Ανατολία. Από τη μέρα αυτή ξεκινά η επισφράγιση και η κορύφωση της γενοκτονικής συμπεριφοράς των Τούρκων κατά των Ελλήνων του Πόντου, που είχε αρχίσει ήδη χρόνια πριν.
Οι Πόντιοι θύματα των σατανικών στόχων του νεοτουρκισμού και του κεμαλισμού, σφαγιάστηκαν για μια Μ. Ασία καθαρά τουρκική απαλλαγμένη από μειονότητες. Ο παντουρκισμός υπήρξε ο δούρειος ίππος με τον οποίο η σύμμαχος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Γερμανία, συνυπεύθυνη στη γενοκτονία, επιχείρησε να αλώσει οικονομικά και πολιτικοστρατιωτικά την Εγγύς και Μέση Ανατολή, και γι αυτό δεν δίστασε να θυσιάσει τους χριστιανικούς λαούς της Ανατολής.
Με τη επίνευση και την καθοδήγηση του Γερμανού συνταγματάρχη Λίμαν φον Σάντερς, η Τουρκία άρχισε τη στρατολογία των χριστιανών στα τάγματα εργασίας, που στην πραγματικότητα ήταν τάγματα θανάτου. Τόσο το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών, όσο και τα φιλοτουρκικά έγγραφα των Γερμανών προξένων δεν τολμούν να αποκρύψουν τα εγκλήματα που διαπράττουν οι σύμμαχοί τους στην προξενική τους περιφέρεια.
Από μαρτυρία του Γερμανού Πρόξενου της Αμισού Kuckhoff το 1916 φαίνεται ότι ολόκληρος ο ελληνικός πληθυσμός της Σινώπης και της παραλιακής περιοχής της επαρχίας Κασταμονής είχε εκτοπιστεί.
Η κατάληψη της Τραπεζούντας από τους Ρώσους και η δημιουργία των ελληνικών αντάρτικων ομάδων χρησίμευσαν στους κεμαλικούς ως πρόσθετα προσχήματα, για να εξαφανίσουν ό,τι ελληνικό απόμεινε. Από νήπια ως γέροντες μεταφέρονται νηστικοί από τόπο σε τόπο.
Σύμφωνα με έκθεση του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, το Φεβρουάριο του 1917 το 1/4 του μετατοπισθέντος πληθυσμού υπέκυψε στο θάνατο. Ο μητροπολίτης Νεοκαισάρειας Πολύκαρπος στις 12 Νοεμβρίου 1918 με επείγουσα έκθεσή του ενημέρωσε όλα τα Πατριαρχεία για τη θλιβερή κατάσταση του ποιμνίου του.
Σαν να μη έφταναν τα τόσα δεινά, προστέθηκε για μια ακόμη φορά το φοβερότερο από όλα, ο εξισλαμισμός των χριστιανών. Η εξαθλίωση του ελληνικού πληθυσμού έγινε συχνότατα αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους Τούρκους.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Τοπάλ Οσμάν, δήμαρχος Κερασούντας, δεν άφηνε τίποτα όρθιο. Μόλις 4.000 από τους 14.000 Ελληνες της πόλης κατάφεραν να επιβιώσουν. Μετά τον Μάϊο του 1919, υπό την καθοδήγηση του Μουσταφά Κεμάλ, Τσέτες, που κατά κύριο λόγο προέρχονταν από την τάξη των ληστών, εντάχθηκαν στην τουρκική χωροφυλακή και προέβησαν σε πλήθος φρικαλεοτήτων σε βάρος των Ελλήνων.
Ακόμα και ο Τζεμάλ Νουζχέτ, νομικός σύμβουλος του φρουραρχείου Κωνσταντινούπολης και πρόεδρος της εξεταστικής επιτροπής της σουλτανικής κυβέρνησης του Φερίτ Πασά, αποδοκίμασε έντονα τις πρακτικές του Κεμάλ καταγγέλλοντας ότι χιλιάδες Ελληνες κάηκαν ζωντανοί μέσα σε ναούς, γυναίκες βιάστηκαν, περιουσίες λεηλατήθηκαν, και γενικά το 90% των Ελλήνων της Πάφρας είχε εξοντωθεί.
Ευρωπαϊκές κι αμερικανικές ανθρωπιστικές οργανώσεις και προξενικές αρχές επιβεβαίωσαν τις καταγγελίες. Η εφημερίδα Τelegraph σε άρθρο της στις 17/5/1922 περιγράφει τη διαμαρτυρία της ουκρανικής διπλωματικής αποστολής, που πέρασε μέσα από τη Σαμψούντα καθ οδόν προς την Αγκυρα, για τις φοβερές σκηνές που διαδραματίστηκαν μέσα και γύρω από την πόλη, για τις βιαιοπραγίες και τα πτώματα των ανδρών, των γυναικών και των παιδιών που κείτονταν στο δρόμο, πολλά εκ των οποίων έφεραν και σημάδια βιασμού.
Συνολικά, μέχρι την αναγκαστική ανταλλαγή, πάνω από 350.000 Πόντιοι βρήκαν οικτρό θάνατο από τους Νεότουρκους στις πόλεις και τα χωριά, στις χαράδρες και τα βουνά, στις εξορίες και τις φυλακές. Το έγκλημα της Τουρκίας είναι διεθνές και διαρκείας.
Ξεκίνησε με τους Αρμένιους, συνεχίστηκε με τους Έλληνες και συνεχίζεται ακόμα και σήμερα στα κατεχόμενα κυπριακά εδάφη και στο Κουρδιστάν.

Ο σοβιετικός παράγοντας
Η ταφόπλακα του ποντιακού ζητήματος υπήρξε η τουρκοσοβιετική προσέγγιση που άρχισε με την υπογραφή της συνθήκης του Alexandropol (Δεκ. 1920) σχετικά με τη διανομή του Ποντοαρμενικού Κράτους, και κορυφώθηκε με τη συνομολόγηση συμφώνου φιλίας και συνεργασίας το Μάρτιο το 1921.
Ο Μ. Κεμάλ αναζητώντας απελπισμένα διεθνή ερείσματα δεν δίστασε να συνεργαστεί με τη μπολσεβικική Ρωσία παρά τις τεράστιες ιδεολογικές τους διαφορές και το βαρύ παρελθόν των ρωσοτουρκικών σχέσεων. Στρατιωτικά εξοπλισμένος από τους Σοβιετικούς και με οικονομική βοήθεια που του παρεχόταν αφειδώς ο Κεμάλ ξεκίνησε το γενοκτονικό του έργο. 
Η παρουσία του Μ. Κεμάλ στη συνδιάσκεψη του Λονδίνου το Φεβρουάριο του 1921 συνοδεύτηκε από τη διατύπωση παράλογων απαιτήσεων υπό το πρίσμα των νέων δεδομένων που είχαν προκύψει από την κεμαλοσοβιετική συνεργασία.
Στα μάτια των Συμμάχων ο σφικτός εναγκαλισμός της κεμαλικής Τουρκίας από τη σοβιετική Ρωσία φάνταζε ως κίνδυνος πρώτου μεγέθους για τα συμφέροντά τους στην Εγγύς και Μέση Ανατολή.
Προτίμησαν λοιπόν, αντί να δώσουν μια αποστομωτική απάντηση στον Κεμάλ, να προχωρήσει ο καθένας ξεχωριστά σε συνεργασία μαζί του με αντάλλαγμα τη διατήρηση του παλαιού προνομιακού καθεστώτος καθεμιάς στην παλιά Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Ο μητροπολίτης Αμασείας Γερμανός, το 1921, στις επαφές του με τον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών Κ. Μπαλτατζή επισήμανε τον κίνδυνο που ορθώνεται από την κεμαλοσοβιετική συνεργασία για το μέλλον της περιοχής του Πόντου και πρότεινε τη συνεργασία Ποντίων, Αρμενίων και Κούρδων για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των δυνάμεων του Κεμάλ.
Παρόλο που η κυβέρνηση του Δ. Γούναρη αποδέχτηκε καταρχήν αυτό το σχέδιο αντιπερισπασμού στον Κεμάλ, η διεθνής απομόνωσή της μετά την επάνοδο του βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄ στο θρόνο, δεν της επέτρεψε να προχωρήσει σε θεαματικές ενέργειες.
Υπόμνημα επιτροπής Ποντίων στις 21 Ιουλίου 1921 προς τον Δ. Γούναρη στη Σμύρνη συνάντησε τη σιωπηρή άρνηση της ελληνικής κυβέρνησης. Ούτε η ύστατη προσπάθεια ποντοαρμενικής συνεργασίας βρήκε απήχηση. Οι προτάσεις του Αρμένιου αντιπροσώπου Χαρονιάν προς τον Ελληνα πρεσβευτή στη Γένουα δεν υλοποιήθηκαν.

Συνάντηση Λένιν-Κεμάλ
Ο Κεμάλ έχοντας λοιπόν την αμέριστη συμπαράσταση των Σοβιετικών αλλά και των Γάλλων και των Ιταλών, που προέκυψε ως αντιστάθμισμα της πρώτης, εφάρμοσε δυναμικά τα σχέδια του στην περιοχή.
Ήδη η συνθήκη του Alexandropol, που είχε υπογράψει με τη Σοβιετική Ενωση στις 19 Νοε./3 Δεκ. 1920, προέβλεπε τον οριστικό διαμελισμό του Ποντοαρμενικού Κράτους. Τουρκία και Σοβιετική Ένωση αποκτούσαν και πάλι κοινά σύνορα, αφού η πρώτη έπαιρνε την περιοχή του Καρς και του Αρδαχάν ως τη λίμνη Βαν και η δεύτερη τη περιοχή του Βατούμ.
Οι σφαγές, οι μαζικοί θάνατοι από πείνα και οι κακουχίες του πολέμου έπεισαν τους ηγέτες της ετοιμοθάνατης δημοκρατίας να διαλέξουν τη σοβιετοποίηση από την οριστική εξαφάνιση. Ετσι, μια μέρα πριν την υπογραφή της συνθήκης του Αlexandropol, η ρωσική ζώνη της Αρμενίας είχε ανακηρυχτεί σε σοβιετική δημοκρατία.


' Η ΠΟΝΤΙΑΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟΣ
Χρησιμοποιώντας σήμερα τον όρο ποντιακή διάλεκτος, δεν αποδίδουμε σ΄ αυτόν γεωγραφική σημασία, αφού μετά το 1922 οι Πόντιοι ζουν εγκατεσπαρμένοι πέραν της γεωγραφικής περιοχής του Πόντου (Ελλάδα-Ρωσία).
Η ποντιακή ή ποντική διάλεκτος θεωρείται από τις παλαιότερες ιδιωματικές διαλέκτους του ελληνικού. Μιλιέται αδιάλειπτα από τον 8ο αιώνα π.Χ., οπότε κι έχουμε τις πρώτες εγκαταστάσεις Ελλήνων στην περιοχή του Πόντου, μέχρι και σήμερα σε πολλές περιοχές της βόρειας κυρίως Ελλάδος, όπου εγκαταστάθηκαν κατά το πλείστον Πόντιοι μετά την ανταλλαγή πληθυσμών.
Ζωντανή διάλεκτος καθώς είναι από νωρίς είλκυσε το ενδιαφέρον των μελετητών και φιλολόγων, οι οποίοι επιχείρησαν να καταγράψουν το λεξιλόγιο και τα ιδιαίτερα γραμματικά και συντακτικά χαρακτηριστικά της.
Μελέτες όπως η «Γραμματική» του Δ. Οικονομίδη, το «Ιστορικόν Λεξικόν» του Α. Παπαδοπούλου, καθώς και όσες κατά καιρούς εκδίδονται στο «Αρχείον Πόντου» για την ποντιακή διάλεκτο κ.α. αποτελούν πολύτιμα βοηθήματα που ρίχνουν φως στην πολυσχιδή φύση της.
Στη γη του Πόντου, η διάλεκτος αυτή εκτεινόταν με κέντρο την Τραπεζούντα σε μια μεγάλη ακτίνα που κάλυπτε τις περιοχές της Ματζούκας, Κρώμνης, Σάντας και Χαλδίας ως το Βατούμ και τις υπώρειες του Καυκάσου στα ανατολικά, και ως την Αμισό και τη Σινώπη στα δυτικά.
Ελάχιστοι σήμερα μουσουλμάνοι Πόντιοι της κοιλάδας του Όφη, οι οποίοι δεν συμπεριλήφθηκαν στην ανταλλαγή, συνεχίζουν να μιλούν τη διάλεκτο αυτή.
Η γεωγραφική αυτή εξάπλωση σε συνδυασμό με το ορεινό ανάγλυφο της περιοχής επιτρέπει να καταλάβουμε γιατί από πολύ νωρίς η ποντιακή διάλεκτος εμφάνισε πολλά τοπικά ιδιώματα, όπως αυτό της Αμισού και Τρίπολης, των Συρμένων, της Τραπεζούντας, που ήταν και το πλέον διαδεδομένο κ.α.
Πολλά από τα διαφοροποιητικά στοιχεία της ποντιακής διαλέκτου προέρχονται κατευθείαν από την ιωνική διάλεκτο, που μιλούσαν οι Ελληνες της ευρύτερης Μ. Ασίας πριν από 2.500 χρόνια, όπως η χρήση του αρνητικού επιρρήματος κι (ουκί) αντί δεν (κι τρώγω) ή της προφοράς του η σαν ε (ζεμιά, νύφε).
Η προστακτική αορίστου σχηματίζεται με την κατάληξη -ον (γράψον, στείλον), ενώ σε πολλές λέξεις απουσιάζει η συνίζηση (βασιλέας). Βέβαια, αναπόφευκτη κατά τους τελευταίους αιώνες υπήρξε η επίδραση της τουρκικής, αφού εντοπίζονται πολλές εξελληνισμένες τουρκικές λέξεις που εντάχθηκαν οργανικά στο κλιτικό σύστημα της ποντιακής διαλέκτου (π.χ. τουρκ. aramak = ψάχνω> ποντ. αραεύω = αναζητώ).
Παρά τις φιλότιμες πρωτοβουλίες των ίδιων των Ποντίων να διατηρήσουν σήμερα ζωντανή τη γλώσσα τους και τις γενναίες προσπάθειες κρατικών και ιδιωτικών φορέων (πρόσφατα μάλιστα, δόθηκε στην κυκλοφορία ακόμα και τεύχος κόμιξ του γνωστού Αστερίξ, όπου ο ηρωικός Γαλάτης μιλά άπταιστα στην ποντιακή διάλεκτο), η ποντιακή διάλεκτος είναι καταδικασμένη να ακολουθήσει το δρόμο όλων των ελληνικών ντοπιολαλιών, ιδιωματισμών και διαλέκτων.
Η καθιέρωση της νεοελληνικής κοινής και η αφομοίωση των Ποντίων απ αυτήν δεν επιτρέπει στην ποντιακή διάλεκτο να εξυπηρετεί πλέον τη ζωντανή προφορική επικοινωνία.
Αρα αναπόφευκτα σήμερα, και σε συνάρτηση με την εκρηκτική ανάπτυξη της τηλεόρασης, που προβάλλει μια κοινή για όλο το έθνος γλώσσα, οι ελπίδες επιβίωσης αυτής της πανάρχαιας ελληνικής διαλέκτου πριν καταντήσει νεκρή γλώσσα, είναι πολύ περιορισμένες.


Η ελληνική παιδεία
Από την εποχή των Μεγάλων Κομνηνών της Τραπεζούντας έως τον πρώτο αιώνα της Τουρκοκρατίας η εκπαίδευση στον Πόντο δεν ήταν συστηματικά οργανωμένη.
Γραφή, ανάγνωση, γραμματική μάθαιναν μόνο παιδιά των πλουσίων οικογενειών από μορφωμένους κυρίως κληρικούς και μοναχούς. Μόλις το 1682 ο λόγιος Σεβαστός Κυμινήτης ίδρυσε στην Τραπεζούντα το πρώτοσχολείο, που είναι γνωστό ως «Φροντιστήριον Τραπεζούντος».
Ανάλογο σχολείο ιδρύθηκε το 1722 στην Αργυρούπολη, το «Φροντιστήριον Αργυρουπόλεως». Η πορεία και των δύο σχολών μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα ήταν ανοδική πορεία παρά τους κατά καιρούς ενδοεκκλησιαστικούς κλυδωνισμούς.
Στις υπόλοιπες περιοχές του Πόντου, η εκπαίδευση συνεχίζεται από κληρικούς και μοναχούς με έντονο το χαρακτήρα της βυζαντινής παράδοσης. Στην Τραπεζούντα επίσης ιδρύθηκε το 1846 το πρώτο Παρθεναγωγείο, αρχικά ως Δημοτικό Σχολείο κι αργότερα και ως Ημιγυμνάσιο.
Μετά την έκδοση του Χάτι-Χουμαγιούν (1856) η ίδρυση των σχολείων στον Πόντο αυξάνεται ραγδαία, ώστε στα 1865 περίπου να υπάρχουν στην περιοχή 100 σχολεία πρωτοβάθμιας και 15 δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Αυξάνεται, επίσης, και ο αριθμός των δασκάλων που φτάνουν από την Ελλάδα, και ο αριθμός των μαθητών και διευρύνονται τα διδασκόμενα γνωστικά αντικείμενα.
Η ανοδική αυτή πορεία συνεχίστηκε ως 1922. Αν και το εκπαιδευτικό σύστημα στον Πόντο δεν ήταν ενιαίο κατά εποχή και περιοχή, ακολουθούσε σε γενικές γραμμές, το ελλαδικό εκπαιδευτικό σύστημα.
Οι συνηθέστεροι τύποι σχολείων που λειτούργησαν, ήταν τα Νηπιαγωγεία, τα Δημοτικά σχολεία (εξαετούς διάρκειας), τα Αλληλοδιδακτικά σχολεία (εφαρμοζόταν η αλληλοδιδακτική μέθοδος διδασκαλίας), τα Αστικά σχολεία, (έξι τάξεις του Δημοτικού και μία ή περισσότερες ανώτερες τάξεις), τα Ελληνικά σχολεία και τα Ημιγυμνάσια (η κατώτερη βαθμίδα της μέσης εκπαίδευσης), τα Γυμνάσια (η ανώτερη βαθμίδα της μέσης εκπαίδευσης) και τα Παρθεναγωγεία (φοιτούσαν μόνο κορίτσια).
Εκτός από τους τύπους αυτών των σχολείων, στον Πόντο λειτουργούσαν και το «Φροντιστήριον Τραπεζούντος» και το «Φροντιστήριον Αργυρουπόλεως» περιλαμβάνοντας περισσότερους τύπους σχολείων.
Η φοίτηση των μαθητών στα σχολεία δεν ήταν υποχρεωτική και οι απόφοιτοι του Γυμνασίου συνέχιζαν σπουδές συνήθως στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Η Εκκλησία είχε τον κύριο λόγο στην εκπαίδευση, αφού αυτή διοικούσε τα σχολεία, φρόντιζε για την ίδρυση νέων, για τη σύνταξη του προγράμματος λειτουργίας τους, καθόριζε τη διδακτέα ύλη και αναλάμβανε την αποστολή των σχολικών βιβλίων.
Το έργο αυτό είχε αναλάβει σε κεντρικό επίπεδο η «Πατριαρχική Κεντρική Εκπαιδευτική Επιτροπή», με έδρα την Κωνσταντινούπολη και πρόεδρό της τον εκάστοτε πατριάρχη. Σε τοπικό επίπεδο, τη διοίκηση και εποπτεία των σχολείων ασκούσαν η Σχολική Εφορία και το Σχολικό Συμβούλιο.
Οι δάσκαλοι και οι καθηγητές των σχολείων ήταν απόφοιτοι ανωτέρων και ανωτάτων σχολών και προέρχονταν από διάφορα μέρη της Ελλάδας. Προσλαμβάνονταν δε και μισθοδοτούνταν από τη
Σχολική Εφορία.


Τα «ζίπκας»
Από το 1995, η Προεδρική Φρουρά ως ελάχιστο φόρο τιμής προς τον Ελληνισμό του Πόντου συμπεριέλαβε επίσημα στον κατάλογο των στολών των ευζώνων εφέδρων και τη στολή του Πόντιου μαχητή, γνωστή από τους ιστορικούς αγώνες των Ελλήνων του Πόντου αλλά και από το πλήθος των ποντιακών παραδοσιακών χορευτικών συγκροτημάτων ανά την Ελλάδα, που καθένας με τον τρόπο τους την τίμησαν και την τιμούν ως σήμερα.
Αν κι η παραδοσιακή φορεσιά του Πόντου ποικίλει εξαιτίας της γεωφυσικής ποικιλίας της περιοχής, αλλά και των ασχολιών και του τρόπου ζωής των Ελλήνων, εμφανίζεται σε δύο βασικούς τύπους, την αγροτική και την αστική.
Οι άνδρες της υπαίθρου κυρίως φορούσαν «τα ζίπκας», δηλαδή ένα παντελόνι με στενά σκέλη και φαρδιά σούρα στο πίσω μέρος, που λέγεται ζίπκα, ζωνάρι στη μέση και το ιδιόμορφο κάλυμμα του κεφαλιού, την «κουκούλα» ή «πασλύκ».
Συνήθως η φορεσιά συμπληρωνόταν με πλήθος εξαρτημάτων και οπλισμό για να εντυπωσιάζει. Χρησιμοποιήθηκε ιδιαίτερα από τους Ελληνες του Πόντου και τους Λαζούς του Καυκάσου. Τα ζίπκας υιοθετήθηκαν κυρίως από τους νέους, γιατί ταίριαζαν καλύτερα στην έφιππη δραστηριότητα της ειρηνικής και πολεμικής ζωής.
Η χρήση της από τους Λαζούς, γνωστών για την ανδρεία τους, προσέδωσε στη φορεσιά και το στοιχείο του θρύλου. Η γυναικεία αγροτική φορεσιά έχει βυζαντινή προέλευση. Αποτελείται από τη «ζουπούνα», έναν μακρύ χειριδωτό επενδυτή, το πουκάμισο και το «σαλβάρι», μια πολύ φαρδιά βράκα.
Στη μέση τυλίγεται το ζωνάρι και πάνω από αυτό δένεται η ποδιά. Περιλαμβάνει επίσης κοντή ζακέτα για το πάνω μέρος του κορμιού. Η φορεσιά αυτή παρουσιάζει βέβαια πολλές παραλλαγές από τόπο σε τόπο.
Στις πόλεις το σαλβάρι είναι πολύ φαρδύ και η ζουπούνα μακριά από μεταξωτά βελούδα, ενώ συνοδεύεται συνήθως από κοσμήματα και το «τεπελίκ(ιν)» ή «τάπλα», ένα μικρό κάλυμμα της κεφαλής. Χαρακτηριστικό επίσης είναι και το «σπαλέρ(ιν)» ή «σπαρέλ(ιν)», μια τραχηλιά στο στέρνο και το στήθος πάνω από τη ζουπούνα. (πρβλ. το γνωστό ποντιακό τραγούδι :
«Aφκά ς σο σπαλερόπο σου
ντο είναι ατά ντο κείνταν;
Κιμισχανάς μηλόπα είν,
εμέν κ εσέν κανείνταν
«Τι είναι αυτά που βρίσκονται
κάτω από τη τραχηλιά σου;
Της Αργυρούπολης μήλα είναι,
εμένα και εσένα μας ...χορταίνουν.
Από το τέλος του 19ου αιώνα, άντρες και γυναίκες των αστικών κέντρων σταδιακά υιοθέτησαν τα ευρωπαϊκά ενδύματα χωρίς, τουλάχιστον ως το 1922, να ατονήσει και η χρήση της παραδοσιακής ενδυμασίας. Με την εγκατάσταση των Ποντίων στην Ελλάδα η παραδοσιακή φορεσιά εγκαταλείπεται ουσιαστικά.
Επιβίωσε ως καθημερινό ένδυμα μόνο σε λίγους αγροτικούς πληθυσμούς ως το 1930. Σήμερα, δεν διασώζονται παρά μόνο αντίγραφα της ανδρικής φορεσιάς, ενώ χάρη στις γυναίκες του Πόντου που εγκαταστάθηκαν στην Τσάλκα της Γεωργίας, διασώθηκαν άθικτες οι φορεσιές των γιαγιάδων τους.