Τετάρτη, 9 Αυγούστου 2017

ΠΟΙΟΙ ΥΠΗΡΞΑΝ ΟΙ ΑΚΡΙΤΕΣ. Μέρος 5ο

ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΜΕ ΞΕΝΑ ΕΠΗ
Οι πρώτοι που ασχολήθηκαν με τον Ακρίτα (όπως και να τον ονόμασαν) φρόντισαν να τον συγκρίνουν με άλλους σχετικούς ήρωες των Βαλκανίων και της υπόλοιπης Ευρώπης. Έτσι έφτασαν στη διαπίστωση πως το ελληνικό έπος έχει επιδράσει και δέχτηκε επιδράσεις.
Οι γειτονικοί, ιδίως, λαοί, που έρχονταν σε επαφή με το Βυζάντιο, ήταν φυσικό να γνωρίσουν και τη βυζαντινή δημοτική ποίηση, στην οποία περιλαμβανόταν και το έπος του Ακρίτα. Κάποιοι έχουν την άποψη ότι οι Σέρβοι, π.χ. απέδωσαν στη γλώσσα τους το έπος και με αυτό ως πρότυπο, δημιούργησαν παρόμοιο δικό τους. Από αυτούς πήραν το έπος Βούλγαροι, Ρουμάνοι, Μικρορώσοι (οι δουλοπάροικοι ορθόδοξοι χριστιανοί της νότιας και ανατολικής Ρωσίας), Ούγγροι κ.ά.

Και πάλι το επίθετο Διγενής
Κωνσταντίνος Μονομάχος
Όταν τον 11ο αιώνα, ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Μονομάχος υποχρεώθηκε να διαλύσει το σώμα των ακριτών, από φόβο μην στραφούν εναντίον του, επειδή είχαν αποκτήσει μεγάλη δύναμη και κύρος στον λαό, οι ακρίτες που δεν είχαν εθνική συνείδηση, όπως και αλλού αναφέρουμε, σκορπίστηκαν και «έπιασαν δουλειά» σε άλλους κύριους, Άραβες, Βούλγαρους κ. ά.
 Έτσι έφτασαν στη Ρόδο, στην Κρήτη και την Κύπρο και αυτό εξηγεί αρκετά πράγματα, ένα από τα οποία είναι η άποψη πως ο Ακρίτας ήταν Διγενής. Αφού έφτασε σε αυτές τις ελληνικές περιοχές με τους Άραβες, δεν μπορούσε παρά να ήταν μισός Άραβας και μισός Έλληνας, υπερφυσικά δυνατός, που δεν αγωνιζόταν για κάποιο ιδανικό, παρά μόνον για να δείξει την τεράστια δύναμή του (επιδειξιομανία, και γιατί όχι, αφού και ο μυθικός Ηρακλής, μετά τους άθλους του, έγινε μαινόμενος, δηλαδή τρελάθηκε).


ΠΟΙΟΙ ΥΠΗΡΞΑΝ ΟΙ ΑΚΡΙΤΕΣ
Άξια αναφοράς είναι και όσα ο Γεώργιος Σουμελίδης τονίζει για την προσωπικότητα των Ακριτών και τα ελατήρια του ενθουσιασμού τους. Γράφει, λοιπόν, ότι αν εξετάσουμε το ψυχικό βάθος αυτών των ηρώων, τα ελατήρια των πράξεών τους, τα ιδανικά τους γιατί τόσος ενθουσιασμός, γιατί πολεμούσαν; 
Μήπως «υπέρ πίστεως και πατρίδος»; 
Έχουν συνείδηση γιατί πολεμούν; καταλαβαίνουν τον κίνδυνο, τον οποίο διατρέχει ο ελληνορωμαϊκός και ο χριστιανικός πολιτισμός από τα επερχόμενα έθνη από την Ασία, από την νέα θρησκεία (το Ισλάμ), που έρχεται από την Αραβία, και προβάλλουν τα στήθη για να σώσουν τα πάτρια, για να διατηρήσουν την προνομιούχα θέση της αυτοκρατορίας; 
Τίποτε από αυτά δεν μπορεί κανείς να υποστηρίξει για τους ακρίτες.
 Δεν φαίνεται να καταλαβαίνουν το παραμικρό για τη γιγάντια πάλη που διεξάγεται ανάμεσα στους δύο κόσμους, τον δυτικό και τον ασιατικό, και δεν έχουν αίσθηση ούτε των κινδύνων της προσωπικής ή εθνικής τους ελευθερίας. Δεν παρουσιάζονται ως εργάτες μιας κοινής υπόθεσης, ως στρατιώτες μιας μεγάλης κοινότητας, δεν αγωνίζονται «για της πατρίδος την ελευθερία, για του Χριστού την πίστη την αγία».
 Όχι! οι αγώνες τους είναι τελείως προσωπικοί. Είναι επίδειξη ηρωισμού και ανδρείας, τίποτε περισσότερο. Καυχιέται ο Κωνσταντίνος ο μικρός ότι δεν φοβάται κανέναν, ούτε τον βασιλιά….
Γιαυτό, τους αγώνες των ακριτών δεν ασχημίζει κανένα φυλετικό μίσος, κανένας θρησκευτικός φανατισμός. Οι συγκρούσεις είναι παρόμοιες με ομηρικές μάχες. Και όπως εκεί δεν χωρίζει εύκολα κανένας τους Έλληνες από τους Τρώες, και,  μάλιστα, συμβαίνει μερικές φορές πάνω στη σφοδρότητα της μάχης, δύο αντίπαλοι ήρωες, όπως ο Διομήδης και ο Γλαύκος, να μπήξουν στη γη τα δόρατα και να απλώσουν χέρι φιλίας ο ένας στον άλλον, αλλά και να ανταλλάξουν δώρα, έτσι και στους ακρίτες δεν διαφέρουν πολύ Έλληνες και Σαρακηνοί, δηλαδή δεν βλέπουν ο ένας τον άλλον ως θανάσιμο εχθρό.
Αλλά και στους Σαρακηνούς δεν υπάρχει εκείνος ο φανατισμός του Ισλάμ. Γιαυτό, μόνον σε νεώτερες διασκευές παλιών ακριτικών τραγουδιών, όταν στη θεση των Σαρακηνών μπαίνουν οι Τούρκοι, τότε αρχίζει και γίνεται σκληρή  η γλώσσα. «Έρθεν ο Τούρκον ο κακόν κ’ εκόνεψεν ’ς την χώραν, τ’ ομάλö Τούρκ’ς εγόμωσαν και τα βουνά λεβέντους».

Για να κολακέψει τον αυτοκράτορα
Για τον Ακρίτα που έγραψε ο Πτωχοπρόδρομος (ο ταλαιπωρημένος από τους μητροπολίτες Βυζαντινός ποιητής Θεόδωρος Πρόδρομος ή Πτωχοπρόδρομος 1115-1166), ο Γεώργιος Σουμελίδης γράφει:
«Κατά τον 12ον αιώνα ο Ακρίτας ήτο γνωστός ως θρυλικός ήρως. Ο Πτωχοπρόδρομος δια να εγκωμιάση τον ηρωικόν αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνό τον ονομάζει νέον Ακρίταν: ″προς σε τον χριστομίμητον, τον αληθώς φωστήρα, τον πολεμάρχον τον στερρόν (στέρεο, σταθερό) τον νέον τον Ακρίτην».

Πολλά λάθη και σύγχυση στα κείμενα
Ο Γεώργιος Σουμελίδης επισημαίνει, επίσης το γεγονός ότι:
Η παράδοση των κειμένων δεν είναι πάντοτε ασφαλής. Υπάρχουν πολλά λάθη. Και δεν είναι αυτό παράδοξο, αφού πρόκειται για τραγούδια, τα οποία χωρίς να γραφούν ποτέ περνάνε από στόμα σε στόμα πάνω από ολόκληρη χιλιετηρίδα. Είναι απεναντίας αξιοθαύμαστο το ότι διασώθηκαν τόσα κομμάτια μέσα σε συνθήκες πολύ δύσκολες, κατά τις οποίες επικρατούσε αμάθεια στους απλούς ανθρώπους, ενώ όλα γύρω επανειλημμένα ανετρέπονταν και άλλαζαν σύρριζα, πολιτείες, καθεστώτα, ήθη, πεποιθήσεις, ιδανικά.
Μόνη ακοίμητη Εστία παρέμενε, επί είκοσι και τριάντα γενιές, η γιαγιά, η καλομάννα, η οποία τραγουδούσε τον παλιό σκοπό, και ξυπνούσε με το νανούρισμά της στην κούνια των νέων γενιών την ηχώ περασμένων ένδοξων χρόνων!
Δεν είναι παράδοξο ότι άλλων τραγουδιών σώζεται μόνον η αρχή και άλλων το τέλος, ότι άλλα παρουσιάζουν  χάσματα, ή παρεμβολές από άλλα τραγούδια. Αυτό προκαλείται και από τη συγγένεια των υποθέσεων στα διάφορα τραγούδια.

Χρειάστηκε σοβαρή έρευνα
Με την επιθυμία να δοθούν όσο το δυνατόν περισσότερα κείμενα, χωρίς να αλλαχτεί ούτε ένας τόνος από τους στίχους, που διασώθηκαν,  τύπους και λέξεις, όποτε υπήρχαν πολλές παραλλαγές του ίδιου τραγουδιού, πάρθηκε ως βάση η πληρέστερη παραλλαγή, τη συνεπληρώσαμε, αν παρουσίαζε ολοφάνερα χάσματα, με τις υπόλοιπες  παραλλαγές, και παραθέτουμε στο τέλος τραγούδια και τις αξιολογότερες διάφορες γραφές τους.
Στην ποντιακή διάλεκτο (όπως και σε άλλες διαλέκτους) είναι συχνές και τέτοιες οι συγκοπές φωνηέντων, ώστε, πολλές φορές, γίνεται η λέξη αγνώριστη, με αποστρόφους.  Π.χ.: δίν’νε, Τούρκ’ς, αλωνίζ΄νε, έμ’νε.  

   Ο ΑΚΡΙΤΙΚΟΣ ΘΕΣΜΟΣ
Οι λιμιταναίοι και τα λίμιτα
Λιμιταναίοι ήταν οι πρόδρομοι των ακριτών στη φύλαξη των συνόρων. Η λέξη προέρχεται από  αντίστοιχη λατινική λέξη. Αυτοί φρουρούσαν τα σύνορα μέσα από τα λίμιτα, δηλαδή τις σειρές τειχών, που διακόπτονταν από πύργους. Οι λιμιταναίοι έδωσαν τη θέση τους στους ακρίτες από τον 9ο αιώνα και μετά.

Τη θέση τους παίρνουν οι ακρίτες
Ηράκλειος
Ακρίτες ονομάζονταν αρχικά όλοι οι στρατιώτες που φυλούσαν τα σύνορα της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Τότε δεν αποτελούσαν ξεχωριστό σώμα. Ο ακριτικός θεσμός καθιερώθηκε από τους Ρωμαίους, από τον αυτοκράτορα Τιβέριο (42 π. Χ.–37 μ. Χ.), συγκεκριμένα, ο οποίος, είχε διακριθεί στους πολέμους της Αρμενίας, της Γαλατίας, της Γερμανίας και της Παννονίας (περιοχή στην Κεντρική Ευρώπη, στη θέση της σημερινής Ουγγαρίας).
Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Ηράκλειος αναδιοργάνωσε τον στρατό, κατά τον 7ο αιώνα, έτσι ώστε να αντιμετωπίζονται οι εχθρικές απειλές με περισσότερη επιτυχία. Τότε άρχισε και η δημιουργία των ακριτικών σωμάτων.
Η διαίρεση της αυτοκρατορίας σε γεωγραφικές περιφέρειες, που ονομάστηκαν θέματα και η δημιουργία ανεξάρτητων στρατιωτικών διοικήσεων αποδείχθηκαν ιδιαίτερα αποτελεσματικά μέτρα. Το κάθε θέμα διοικούσε στρατηγός. Οι στρατηγοί που υπηρετούσαν στις ακριτικές περιοχές της αυτοκρατορίας, αποκτούσαν μεγάλη δύναμη και είχαν, σχεδόν, απεριόριστες εξουσίες. 
Στρατηγός-διοικητής στο θέμα της Χαλδίας, που είχε μεγάλη σημασία για την άμυνα της αυτοκρατορίας, από το 1019 περίπου έως το 1040, ήταν ο περίφημος Κωνσταντίνος Γαβράς, ο οποίος αναφέρεται στα ακριτικά τραγούδια (Το σχετικό τραγούδι δημοσιεύεται προς το τέλος της παρούσας μελέτης).

Οι ακρίτες στα άκρα της αυτοκρατορίας
Τη φύλαξη των καστρόπυργων, που ήταν διάσπαρτα μέσα στην τεράστια έκταση της αυτοκρατορίας, ιδίως στα ανατολικά σύνορα (τις άκρες, όπως έλεγαν τα σύνορα οι Βυζαντινοί), από όπου προερχόταν ο κίνδυνος (Πέρσες, Άραβες και ταταρικές φυλές), το βυζαντινό κράτος την ανέθετε στους ακρίτες.
 Ιδιαίτερα δύσκολη ήταν η φύλαξη των συνόρων στην Ανατολή, τα οποία εκτείνονταν από τον Καύκασο μέχρι και την Ερυθρά θάλασσα. Για να μείνουν στις περιοχές των συνόρων και να τα φρουρούν, οι ακρίτες έπαιρναν από το βυζαντινό κράτος χωράφια (τα στρατιωτόπια), άλογα και οπλισμό, αλλά είχαν απαλλαγή και από τους φόρους.
Ιουστινιανός
 Οι ακρίτες αντικατάστησαν τους Ρωμαίους μίλιτες (στρατιώτες), που φυλούσαν τα σύνορα. Τον αριθμό των Ακριτών τον ελάττωσε ο Μέγας Κωνσταντίνος, ενώ ο Ιουστινιανός σχεδόν τους κατάργησε. Ο αριθμός τους αυξήθηκε πάλι επί αυτοκράτορα Ηράκλειου, γιατί είχε μεγαλώσει και ο κίνδυνος από τις επιδρομές των Αράβων. Ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Παλαιολόγος κατάργησε το αφορολόγητο των ακριτών και έτσι τους διέλυσε. Αρκετοί ακρίτες, τότε, πήγαν με το μέρος των Αράβων.
Οι Πόντιοι ακρίτες, που ήταν φυσιολογικοί άνθρωποι και όχι ημίθεοι όπως ο Διγενής, είχαν μαζί τους και τις οικογένειές τους. Από τα σύνορα παρακολουθούσαν τις κινήσεις των εχθρών και ειδοποιούσαν την Κωνσταντινούπολη. Ακόμη, αντιμετώπιζαν τους εχθρούς στα διάφορα περάσματα και τους εμπόδιζαν να μπουν στη βυζαντινή επικράτεια και να λεηλατήσουν τις συνοριακές περιοχές, που ήταν κάτι συνηθισμένο.
Οι πιο ονομαστοί ακρίτες υπήρξαν εκείνοι που αντιμετώπισαν τους επιδρομείς Άραβες (Σαρακηνούς, Άβαρες), από τον 7ο έως τον 10ο αιώνα. Οι ακρίτες ήταν χιλιάδες. Όταν δεν πολεμούσαν, ασχολουνταν με τη γεωργία ή και γυμνάζονταν. Τα πιο συνηθισμένα γυμνάσματά τους ήταν το τρέξιμο και το ρίξιμο του κονταριού.
Οι απλοί άνθρωποι, που κατοικούσαν στις περιοχές των συνόρων, αγαπούσαν τους ακρίτες ως προστάτες τους. Από αυτήν την αγάπη και από την προστασία που απολάμβανε ο λαός από τους ακρίτες προήλθαν τα τραγούδια, που ύμνησαν τη γενναιότητά τους και έτσι έγιναν θρύλος.
Εκτός από τον Ακρίτα των Ποντίων και τον Διγενή των Κρητών και Κυπρίων, υπήρξαν και άλλοι ακρίτες. Τα ονόματά τους: Ανδρόνικος, Πορφύρης, Μάραντος, Φωκάς, Βάρδας, Νικηφόρος, Πετροτράχηλος, Αρμούρης και άλλοι.

Καστροφύλαξ» και «καστροφυλακτώ»

Ο Ευστάθιος ο Κατάφλωρος (1110-1198), λόγιος αρχιεπίσκοπος  Θεσσαλονίκης, φιλόλογος και θεολόγος, με σημαντικό φιλολογικό και θεολογικό έργο, έδωσε το επίθετο «καστροφύλαξ» και το ρήμα «καστροφυλακτώ». Γενικά, οι όροι «καστροφύλαξ» και «κάστρον» είναι βυζαντινοί. Επίσης, ο Ευστάθιος αναφέρει τη λέξη «το στάμα». Οι Πόντιοι χρησιμοποιούν τη λέξη «στάμαν», όπως «το στάμαν τη Καλομηνά», δηλαδή κατά τη διάρκεια του μήνα Μάιου.


Πάνος  Καϊσίδης
Δημοσιογράφος- Συγγραφέας